lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ομαλός

Λεξικό: αγγλικά ομαλός
Μεταφράσεις: regular, shapely, natural, normal, soundness, accurate, correct, important, legitimate, legitimize, right, trim, constant, isometric
ομαλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pravidelný, regulérní, řeholní, kolmý, normální, bezvadný, korektní, přesný, správný, obvyklý, pořádný
ομαλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: regelmäßig, regelrecht, regulär, wohlgeformt, gewöhnlich, normal, korrekt, richtig
ομαλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fast, regelmæssig, regulær, normal, korrekt, ret, rigtig
ομαλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: regular, común, corriente, normal, correcto, parejo
ομαλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: clergé, régulier, normal, correct, réglé, réglementaire, habituel, rangé
ομαλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: regolare, normale, corretto
ομαλός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: складный, форменный, нормален, нормальный, закономерен, закономерный, правильный, бесперебойный, регулярен, регулярный
ομαλός στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: korrapärane, normaalne
ομαλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: varsinainen, normaali, säännöllinen, säännönmukainen
ομαλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: forma, formás, szerzetes, normális, rendes, szabályos, szabályszerű, rendszeres
ομαλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuolatinis, taisyklingas, normalus, teisingas, tikslus, tinkamas
ομαλός στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: regulat
ομαλός στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: foremny, normalny, prawidłowy, regularny
ομαλός στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: normal, rett, riktig, regelmessig, regulær
ομαλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: normal, reguljär, regelrätt, riktig, regelbunden, regelmässig
ομαλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: нармальны, рэгулярны
ομαλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: natural, normal, regulamentar, regular, afinado, certo, correcto, justificado, cíclico, continuo, periódico
ομαλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: нормальний, розумний, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, відповідний, вірний, вірно, власний, властивий, ґрунтовний, звук, звучати, здоровий, зовсім, істинний, належний, направо, повністю, правдивий, правий, правильний, правильно, право, пристойний, прямий, прямо, справедливий, справедливо, справний, точний, формальний, встановлений, регулярний
ομαλός στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: верен, правилен
ομαλός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: običan, uobičajen
ομαλός στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pravidelný
ομαλός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ομαλός λειχήνας, ομαλός πίνακας, ομαλός λειχήνας γεννητικών οργάνων, ομαλός λειχήνας του στόματος, ομαλός θηβών, ομαλός λειχήνας δέρματος, ομαλός λειχήνας θεραπεία, ομαλός κρήτη, ομαλός λειχήνας πέους