lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ομήγυρη

Λεξικό: αγγλικά ομήγυρη
Μεταφράσεις: assembly, caucus, conference, congregation, convention, convocation, gathering, get-together, meeting, muster, powwow, shindig, assemblage, concourse, demonstration, gather, turnout, turn-out
ομήγυρη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nástup, schůze, schůzka, sebrat, setkání, shromáždění, shromáždit, sněm, spojení, sraz, zasedání, kongregace, sběh, sbor, soustředění
ομήγυρη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begegnung, sammeln, sitzung, tagung, treffen, versammlung, zusammenkunft, zusammentreffen
ομήγυρη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forsamling, møde, sammenkomst, samling
ομήγυρη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asamblea, concilio, encuentro, junta, mitin, reunión, tertulia, ayuntamiento, colegio, concurrencia, concurso, congregación, congreso, convención
ομήγυρη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assemblée, comice, ramassage, ramasser, rassemblement, récapitulation, rencontre, réunion, séance, collège, communauté, concentration, congrégation, convent, frairie, junte
ομήγυρη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adunanza, adunata, assemblea, comizio, consesso, incontro, raduno, ritrovo, riunione, scontro, seduta
ομήγυρη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forsamling, møte, sammenkomst, kongress, samling, stevne
ομήγυρη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: встреча, собрание, ассамблея, сборище
ομήγυρη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anhopning, församling, möte, kongress, samling, sammankomst
ομήγυρη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbledhje, takim
ομήγυρη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: сбор, събрание
ομήγυρη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сход
ομήγυρη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kohtumine
ομήγυρη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kohtaus, kokoontuminen, kokous, tapaaminen
ομήγυρη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sastanak, susret
ομήγυρη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyűlés, összejövetel, gyülekezés
ομήγυρη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: posėdis, susirinkimas, susitikimas
ομήγυρη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ajuntar, colher, concilio, discoteca, encontro, foro, junta, reunião, reunira
ομήγυρη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: adunare
ομήγυρη στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: sestanek
ομήγυρη στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асамблея, договір, засідання, збирання, збиратися, збір, збірник, збори, зборище, зграя, згуртованість, зібрання, зустріч, інкасація, інкасо, кодекс, колекція, конвенційний, конвенція, конгрес, корпус, мітинг, отримання-разом, побачення, пожвавлення, сеанс, скликання, скупчення, стягнення, форум
ομήγυρη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zebranie, zgromadzenie
ομήγυρη στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ομήγυρη λεξικο, η ομήγυρη