lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ομάδα

Λεξικό: αγγλικά ομάδα
Μεταφράσεις: line-up, squad, team, bevy, class, flock, group, heap, horde, phalange, phylum, shoal, troupe, aggregate, assembly, band, combination, complex, duo, ensemble, functionality, gang, modulus, nexus, set, syndrome, unit
ομάδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: četa, družstvo, garnitura, mužstvo, dav, grupa, hejno, horda, houf, kupa, roj, skupina, spousta, zástup, seskupení, sestava, celek, kombinace, kombinování, komplex, množina, oddíl, parta, sada, skládání, sloučení, sloučenina, slučování, soubor, souhrn, souprava, spojení, syndrom
ομάδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gefolge, gruppe, mannschaft, team, gruppierung, haufe, haufen, heer, horde, rotte, schar, schwarm, schwärm, stallungen, formation, einheit, ensemble, ganze, kollektiv, syndrom, truppe, verbindung, zusammensetzung
ομάδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hold, lag, patrulje, team, bande, gruppe, gruppering, hop, klynge, samling, skare, skokke, stim, aggregat, band
ομάδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: equipo, agrupación, banda, bandada, colectivo, conjunto, grupo, multitud, pelotón, combinación, plantilla, síndrome
ομάδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: équipe, escouade, assemblée, bande, essaim, groupe, nichée, peloton, rebande, trimbalée, tripotée, troupe, dispositif, groupement, rassemblement, carillon, cléricature, combinaison, embiellage, ensemble, figuration, rouage, sexualité, syndrome, tuyautage, vannage
ομάδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compagine, drappello, squadra, crocchio, frotta, gruppo, scaglione, sciame, torma, truppa, aggregato, combinazione, complesso, formazione, insieme, sindrome
ομάδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lag, mannskap, flokk, gruppe, hop, klynge, samling, skare, skokk, stim, tropp, aggregat, band
ομάδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: команда, группа, скопище, скопление, толпа, группировка, ансамбль, коллектив
ομάδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lag, flock, samling, skare, skock, tropp, aggregat, band
ομάδα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: skuadër, grup
ομάδα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отряд, група, команда
ομάδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: meeskond, parv, rühm
ομάδα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: joukkue, joukko, liuta, parvi, ryhmä, ryhmitys, kokoonpano, yhdistelmä, yhdistely, yhdistys
ομάδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tim, grupa
ομάδα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csapat, csoport, együttes
ομάδα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: brigada, būrys, komanda, grupė
ομάδα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: equipe, equipo, banda, bando, colectivo, facção, grupo, multita, populacho, agruparia, turma, conjunto, síndrome
ομάδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ekipa, moštvo
ομάδα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бригада, команда, безліч, виводок, виховати, виховувати, гармидер, господар, готувати, гуманність, гурт, жарт, збирання, збиратися, збір, зграя, інкасація, колектив, колекція, людство, маршрут, множина, натовп, поїзд, поразка, послідовність, поштовх, приголомшити, приголомшувати, пушинка, рій, роздумувати, розплющити, розплющувати, струс, табун, тренувати, удар, хабар, хазяїн, шок, шокувати, юрма, групування, угруповання, угрупування, фракція, ансамбль
ομάδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: drużyna, gromada, ugrupowanie, zespół
ομάδα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гурт, натоўп
ομάδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ansamblu
ομάδα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ομάδα ε, ομάδα αίματος, ομάδα βαν, ομάδα άστυ, ομάδα αίματος 0 θετικό, ομάδα αλήθειας, ομάδα σημείο μηδέν, ομάδα λαϊκών αγωνιστών, ομάδα ρετο, ομάδα ubuntu