lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οικονομικός

Λεξικό: αγγλικά οικονομικός
Μεταφράσεις: cost-effective, economic, economical, economics, notable, thrifty, economy, frugal, nimble, parsimonious, provident
οικονομικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ekonomický, hospodárný, hospodářský, šetrný, spořivý, úsporný, ekonomika, lakomý, skoupý, skromný, střídmý
οικονομικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ökonomisch, sparsam, wirtschaftlich, landwirtschaftlich, haushälterisch, häuslich, mäßig
οικονομικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: økonomi, økonomisk, sparsommelig, sparsom
οικονομικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahorrativo, económico, ahorrador, escaso, frugal
οικονομικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: économe, économique, ménager, chiche, épargnant, parcimonieux, regardant, sobre
οικονομικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: economico, parsimonioso
οικονομικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: økonomi, økonomisk, sparsommelig, sparsom
οικονομικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: экономичен, экономический, экономичный, хозяйствен, хозяйственный, бережлив, бережливый, расчетлив, расчетливый, расчётливый, экономен, экономный
οικονομικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ekonomisk, njugg, sparsam
οικονομικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ekonomik
οικονομικός στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: majanduslik, säästlik
οικονομικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: taloudellinen
οικονομικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ekonomski
οικονομικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gazdasági, közgazdasági, takarékos, gazdaságos
οικονομικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ekonomiškas
οικονομικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anoréctico, económico, conservador, frugal
οικονομικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: economic, economie
οικονομικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ekonomický
οικονομικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: господарський, економічний, економний, завбачливий, заощадження, обачливий, обачний, обережний, ощадливий, передбачливий, розважливий, розважний, розсудливий, скудний, стриманий, управління, щадіння
οικονομικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ekonomiczny, gospodarczy, gospodarny, oszczędny
οικονομικός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ашчадны, беражлівы, эканомны
οικονομικός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

οικονομικός εισαγγελέας, οικονομικός φιλελευθερισμός, οικονομικός κύκλος, οικονομικός γάμος, οικονομικός αναλυτής, οικονομικός σύμβουλος, οικονομικός διευθυντής, οικονομικός ρόλος της οικογένειας, οικονομικός ταχυδρόμος, οικονομικός προγραμματισμός