lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οικογένεια

Λεξικό: αγγλικά οικογένεια
Μεταφράσεις: abode, home, house, household, shebang, tenement-house, domestic, homelike, homely, homemade, home-made, homey, indoor, pacific, family, affinity, kin, kindred, people
οικογένεια στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domácnost, domov, dům, firma, rodina, domácí, domácký, důvěrný, sluha, čeleď, příbuzenstvo, blízkost, příbuzenství, příbuznost, rod
οικογένεια στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: berghütte, bude, domizil, eigenheim, familie, haus, haushalt, heim, heimat, privathaushalt, wohnsitz, wohnung, zuhause, häuslich, heimisch, sippe
οικογένεια στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bo, bolig, bopæl, familie, hjem, hus, husholdning, husstand, hjemlig, huslig
οικογένεια στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: almacén, casa, domicilio, familia, hogar, morada, techo, casero, doméstico, familiar
οικογένεια στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: comptoir, famille, foyer, lupanar, maïs, maison, pénitencier, piaule, prieuré, domestique, domiciliaire, familier, tyranneau, parenté
οικογένεια στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abitazione, casa, casalingo, famiglia, domestico
οικογένεια στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bo, bolig, enebolig, familie, gamlehjem, hem, hjem, hus, husholdning, slekt, hjemlig, huslig, innendørs
οικογένεια στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дом, жилище, семья, домашний, домовый, семейство
οικογένεια στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bo, bolig, hem, hjelm, hus, huslig, familj, släkt
οικογένεια στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: familje, shtëpi
οικογένεια στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дом, домакинство, жилище, къща, семейство
οικογένεια στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дом, дамавы, дамашні, хатні
οικογένεια στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elamu, kodu, perekond, suguvõsa
οικογένεια στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huonekunta, koti, talo, kesy, heimo, kotiväki
οικογένεια στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dologház, ház, sorház, házi, otthoni, család, hüvelyesek
οικογένεια στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būstas, namas, namie, šeima, šeimyna, giminė
οικογένεια στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: casa, domicilio, domicílio, família, habitação, lar, morada, caseiro, doméstico, familiar, estirpe
οικογένεια στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: casă
οικογένεια στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dom, hiša, družina
οικογένεια στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: будинок, будівля, встановлення, господарство, дім, доме, домівка, домівку, жилий, житло, заклад, заснування, мешкання, оселя, споруда, установа, установлення, будинковий, домашній, затишний, хатній, колонія, поселення, родина, родинний, сімейний, сімейство, вид, добрий, різновид, сорт, тип
οικογένεια στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dom, domowy, familia, rodzina
οικογένεια στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: domaći, obitelj
οικογένεια στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

οικογένεια λέξεων, οικογένεια βλάπτει, οικογένεια ορισμός, οικογένεια στεργίου, οικογένεια σοφιανού, οικογένεια χωραφά, οικογένεια μίλερ online, οικογένεια τοτ, οικογένεια ξηρού, οικογένεια της συμφοράς