lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οικειοποιούμαι

Λεξικό: αγγλικά οικειοποιούμαι
Μεταφράσεις: appropriate, embezzle, misappropriate, peculate, engross, usurp
οικειοποιούμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aneignen, anzueignen
οικειοποιούμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adueñarse, apañar, apropiarse
οικειοποιούμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: approprier, usurper
οικειοποιούμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: присваивать, присвоить
οικειοποιούμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przywłaszczać, przywłaszczyć
οικειοποιούμαι στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: uzurpovat
οικειοποιούμαι στα τσεχική »

Σχετικές λέξεις

οικειοποιούμαι συνωνυμα, οικειοποιούμαι english, οικειοποιούμαι αντωνυμα, οικειοποιούμαι συνώνυμο, οικειοποιούμαι αντωνυμο