lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οδηγώ

Λεξικό: αγγλικά οδηγώ
Μεταφράσεις: drive, go, motor, ride, travel, behave, conduce, conduct, direct, drag, guide, head, lead, leads, manage, marshal, run, steer
οδηγώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodit, jezdit, jít, plout, řídit, vést, dirigovat, dovést, hnát, namířit, nasměrovat, pohánět, poslat, provádět, provést, spravovat, ústit, vézt, vodit, zacílit, zaměřit
οδηγώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: befahrene, fahren, gefahren, gehen, heimfahren, hinfahren, reiten, rennen, steuern, dirigieren, führen, geführt, handeln, leiten, lenken
οδηγώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bile, da, fare, gå, betjene, dirigere, drive, føre, guide, lede, stelle, styre, vejlede
οδηγώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andar, conducir, ir, rodar, administrar, capitanear, conducirse, dirigir, guiar, llevar, manejar
οδηγώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aller, conduire, rouler, aboutir, commercer, dévergonder, dialoguer, diriger, guider, mener, tenir, traînasser
οδηγώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: andare, guidare, condurre, dirigere, governare, indirizzare, menare, reggere, tirare, vetta
οδηγώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åka, bile, dra, fara, fare, gå, kjøre, reise, resa, bæra, betjene, dirigere, driva, drive, føre, guide, handbok, leda, lede, leie, stelle, styre, veilede
οδηγώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ехать, катать, водить, руководить
οδηγώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åka, dra, fara, färdas, gå, resa, rida, anställa, bära, bedriva, driva, drive, föra, före, guide, handbok, leda, ledare, lede, presidera, rådgivare
οδηγώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkoj, vete, drejtoj, shpie
οδηγώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адхазiць, хадзiць
οδηγώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: minema
οδηγώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: astua, kiiriä, kuljettaa, kulkea, ohjata, kyyditä, opastaa, saattaa, suunnata
οδηγώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: menni, utazni, ólom, vezetni
οδηγώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eiti, skatinti, vadovauti, vesti
οδηγώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, caminhar, carminar, conduzir, ir, rodar, administrar, agir, capitanear, conduzisse, dirigir, gerir, guiar, levar, manejar
οδηγώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: merge
οδηγώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: iti, peljati, voziti
οδηγώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вести, ходити
οδηγώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jechać, prowadzić
οδηγώ στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: upravljati, voditi
οδηγώ στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

οδηγώ συνώνυμα, οδηγώ με ασφάλεια, οδηγώ και σε σκέφτομαι στίχοι, οδηγώ ονειροκρίτης, οδηγώ και σε σκέφτομαι, οδηγώ κλίση, οδηγώ και είμαι λιώμα, οδηγώ και πίνω, οδηγώ παθητική μετοχή, οδηγώ αγγλικά