lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οδηγός

Λεξικό: αγγλικά οδηγός
Μεταφράσεις: administer, boss, conductor, executive, foreman, gerent, guide, leader, manager, superintendent, supervisor, companion, guidebook, handbook, cicerone, guide-book, itinerary, leads, vehicle, chauffeur, driver
οδηγός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: direktor, náčelník, průvodce, ředitel, šéf, správce, vedoucí, vodítko, vůdce, itinerář, oznamovací, ukazatel, uvaděč, řidič, šofér
οδηγός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anführer, begleiter, boss, chef, direktor, fremdenführer, führer, geschäftsführer, handbuch, leiter, platzanweiser, reisebegleiter, reiseführer, verwalter, vorarbeiter, nachschlagewerk, ratgeber, leitfaden, leittier, reiseleiter, wegweiser, charakter, chauffeur, fahrer, lenker
οδηγός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bestyrer, boss, chauffør, chef, direktør, disponent, fører, formand, instruktør, leder, vejledning, guide, ledere, omviser, rejseleder
οδηγός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: capataz, caudillo, conductor, directivo, director, gerente, guía, jefe, patrón, guión, chofer
οδηγός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chef, conducteur, contremaître, directeur, gérant, gouverneur, guide, modérateur, prote, guide-âne, caravanier, cicérone, cornac, indicateur, introducteur, itinéraire, meneur, meneuse, pape, pilot, sonnailler, vade-mecum, chauffard, chauffeur
οδηγός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: capo, cicerone, conduttore, direttore, dirigente, gerente, gestore, guida, guidatore, manager, responsabile, itinerario, autista
οδηγός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bestyrer, direktør, disponent, fører, formann, leder, sjåfør, guide, ledere, omviser, reiseleder, veileder, veiledning, veiviser
οδηγός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вождь, директор, заведующий, кондуктор, лидер, руководитель, управитель, справочник, гид, проводник, провожатый, путеводитель, экскурсовод, водитель, шофёр
οδηγός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: direktör, föreståndare, ledare, leder, ciceron, förser, guide, resehandbok, reseledare, chaufför
οδηγός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: шеф
οδηγός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: загадчык, кіраўнік, даведнік, праваднік, апальшчык, шафёр
οδηγός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: boss, giid, juhataja, töödejuhataja, autojuht
οδηγός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esimies, johde, johdin, johtaja, opas, päällikkö, työnjohtaja, ajaja, kuljettaja
οδηγός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kondukter, šef, vođa, vodič, šofer, vozač
οδηγός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: főnök, igazgató, kalauz, vezető, útmutató, idegenvezető, útikalauz, útikönyv
οδηγός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: direktorius, gidas, meistras, šeimininkas, vadas, viršininkas, vadovas, šoferis, vairuotojas
οδηγός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: capataz, chefe, condutor, director, efe, gerente, guia, líder, patrão, principal, regente, guiou, chofre, motorista
οδηγός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vodja
οδηγός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: губернатор, директор, диригент, завідувач, завідуючий, інструктор, керівник, кондуктор, лідер, магістраль, менеджер, наглядач, начальник, правитель, розпорядник, староста, довідник, перетравити, перетравлювати, посібник, резюме, скарбниця, словник, автомобіль, апарат, маршрут, провідник, проводир, путівник, судно, шлях, шофер
οδηγός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kierownik, poradnik, przewodnik, szofer
οδηγός στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şofer
οδηγός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

οδηγός διαπλοκής, οδηγός αισιοδοξίας, οδηγός διαπλοκής imdb, οδηγός νηπιαγωγού, οδηγός διαπλοκής trailer, οδηγός του πολίτη, οδηγός διαπλοκής κριτική, οδηγός σπουδών ιεκ, οδηγός νηπιαγωγού 2013, οδηγός χρήσης υπηρεσίας χορήγησης επιδόματος κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης