lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οδήγηση

Λεξικό: αγγλικά οδήγηση
Μεταφράσεις: behaviour, conduct, driving, forehand, lead, management, steer
οδήγηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chování, hospodaření, náskok, předstih, ředitelství, řízení, správa, vedení
οδήγηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anführung, aufführung, benehmen, besorgung, betragen, führung, gebaren, leitung, lenkung, management, verhalten, verwaltung, vorführer
οδήγηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adfærd, forvaltning, holdning, ledelse, opførsel, vandel
οδήγηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: administración, comportamiento, conducción, conducta, dirección, gestión
οδήγηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avance, conduite, déportements, direction, gestion, guidage, ménagement, tenue
οδήγηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: contegno, direzione, gestione, guida
οδήγηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: atferd, ferd, forvaltning, ledelse, oppførsel, stell, vandel
οδήγηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ведение, вождение, лидирование, руководство, управление
οδήγηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ledelse, vandel
οδήγηση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: поведение, ръководство, управление
οδήγηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ваджэнне, нагляд, распараджэнне
οδήγηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: juhtimine, käitumine
οδήγηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esiintyminen, hallinto, johtaminen, johto, johtokunta, käytös, käyttäytyminen
οδήγηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: magatartás, magaviselet, vezetés
οδήγηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: elgesys
οδήγηση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: administração, administrais, comportamento, gerência, gestão, procedimento
οδήγηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведення, ведіння, відання, водіння, звинувачення, операція, переслідування, угода
οδήγηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: prowadzenie
οδήγηση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

οδήγηση αυτοκινήτου, οδήγηση ferrari, οδήγηση στο χιόνι, οδήγηση όνειρο, οδήγηση χωρίς δίπλωμα, οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, οδήγηση χωρίς πινακίδες, οδήγηση ονειροκρίτης, οδήγηση και εγκυμοσύνη, οδήγηση χωρίς δίπλωμα αυτοκινήτου