lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οβίδα

Λεξικό: αγγλικά οβίδα
Μεταφράσεις: shell, conch, scallop, carapace, crock, crust, eggshell, hull, shard, husk, nutshell, peel, pod, rind, scale, skin
οβίδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domeček, domek, mušle, skořápka, lastura, krunýř, kůra, kůrka, slupka, štít, střípek, ulita, želvovina, kožka, kůže, kůžička, plášť, pleť, pokožka
οβίδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kokille, muschel, kruste, rinde, schale, scherbe, schiffskörper, schiffsrumpf, fell, haut, hülse, pelle
οβίδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: granat, musling, skal, skala, bark, skorpe, hud, skind
οβίδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: concha, cacharro, cacho, caparazón, cascajo, cáscara, casco, coraza, corteza, costra, tiesto, hollejo, pellejo, piel
οβίδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: coquille, cuilleron, conque, coquillage, carapace, coque, croûte, écaille, écale, écorce, tesson, test, valve, épluchure, peau, pelure, zeste
οβίδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conchiglia, guscio, coccio, crosta, buccia, cute, pelle, scorza
οβίδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: granat, musling, skal, skala, skjell, skorpa, skorpe, skall, hud, skolm
οβίδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ракушка, раковина, корка, скорлупа, скорлупка, черепок, кожа, кожура, шелуха
οβίδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: granat, skal, skala, mussla, snäcka, skorpa, fnas
οβίδα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: guaskë, lëkurë
οβίδα στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuori, simpukankuori, simpukka, iho, talja
οβίδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csigaház, kagyló, gubó
οβίδα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: concha, casco, casca, crosta, cútis, hospedo, pele, pelejo
οβίδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: muszelka, muszla, skorupa, skorupka, łupina
οβίδα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ракавіна, лупіна, скура, шалупінне
οβίδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абсцес, заглибина, заглиблення, нарив, пузир, раковина, черепашка, шахта, яма, кора, градація, зрізування, луска, лушпайка, лушпина, лушпиння, лущити, лущитися, масштаб, підніматися, піднятися, розмір, стручок, ступінь, шкала, шкірка
οβίδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: žievė, oda
οβίδα στα λιθουανική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кожа
οβίδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nahk
οβίδα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: koža
οβίδα στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: koža
οβίδα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

οβίδα στη βουλιαγμένη, οβίδα βουλιαγμένη, βίδα στα αγγλικά