lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ξερός

Λεξικό: αγγλικά ξερός
Μεταφράσεις: arid, barren, hungry, idle, sterile, driest, dry, sear, stale, torrid
ξερός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jalový, neplodný, neúrodný, nezáživný, planý, sterilní, suchopárný, suchý, vyprahlý, zbytečný, okoralý, sucho, trpký, vyschlý, žíznivý
ξερός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gehaltlos, leer, mager, steril, unfruchtbar, dürr, nüchtern, trocken
ξερός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gold, karrig, steril, tør, tørre
ξερός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: árido, estéril, infecundo, infértil, infructuoso, enjuto, reseco, seco
ξερός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aride, infécond, infertile, ingrat, revenus, stérile, vain, étriqué, hâle, rassis, sec, sèche, siroco
ξερός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arido, infecondo, sterile, asciutto, secco
ξερός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gold, karrig, steril, ufruktbar, torr, tørr, tørrlendt
ξερός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бесплодный, неплодородный, засушливый, сух, сухой
ξερός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: andefattig, steril, torr
ξερός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бясплённы, бясплодны, дарэмны, марны, неўрадлівы, засушлівы, сухi, сухі
ξερός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aher, viljatu, kuiv
ξερός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hedelmätön, karu, maho, kuiva
ξερός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: suh
ξερός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: meddő, terméketlen, száraz, szárított
ξερός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: árido, estéril, delgado, seco
ξερός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безплідний, безсердечний, марний, невдалий, неплідний, неродючий, худий, безводний, витончений, віддалений, далекий, красивий, пеня, пильний, подрібнений, посушливий, прекрасний, прекрасно, прохолодний, сухий, сухій, сухої, сухою, тонкий, хирлявий, холодний, хороший, чудовий, чудово, штраф, штрафувати
ξερός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jałowy, suchy
ξερός στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sausas
ξερός στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: usca
ξερός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ξηρός βήχας, ξηρός λαιμός, ξερός κύπρος, ξερός ποταμός, ξερόσ καπνόσ, ξερός κόλιανδρος, ξερός συνόνυμα, ξηρός ξερός, μπακαλιάρος ξερός, και ξερόσ