lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ξεπερνώ

Λεξικό: αγγλικά ξεπερνώ
Μεταφράσεις: beat, clobber, conquer, defeat, lick, outplay, overcame, overcome, overpass, overpower, reduce, surmount, contravene, cross, exceed, expire, overdo, overdraw, override, overstep, pass, step, stride, surpass, transcend, transgress, outdistance, outdo, outmatch, outride, outrun, overtake, excel, outperform, outstrip, predominate, top, swallow, anticipate, forestall, outpace, precede
ξεπερνώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bít, klepat, mlátit, naklepat, porážet, porazit, překonat, přemoci, převyšovat, šlehat, tlouci, vyklepat, zbít, zvítězit, chodit, jít, minout, plynout, podat, pominout, porušit, porušovat, přecházet, přečnívat, předat, předčit, předstihnout, přejet, přejít, přejíždět, překonávat, překračovat, překročit, přesáhnout, přesahovat, přeskočit, přestoupit, převýšit, proběhnout, prožít, schválit, složit, strávit, uplynout, zapsat, zemřít, předběhnout, předhonit, nejvyšší, vynikat, vyznamenat, předcházení, předcházet, předejít, předjet
ξεπερνώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besiegen, bewältigen, schlagen, übersteigen, überwältigen, überwinden, passieren, übergeben, überschreiten, übertreffen, verbringen, vergehen, verstoßen, überflügeln, überholen, übertrumpfen, höher, überragen, überwölbt, vorkommen, zuvorkommen
ξεπερνώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besejre, erobre, overvælde, overvinde, slå, overgå, overstige, passere, distancere
ξεπερνώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: barrer, rendir, vencer, adelantar, exceder, infringir, ocurrir, pasar, rebasar, sobrepasar, sobrepujar, superar, transcurrir, transgredir, traspasar, aventajar, distanciar, descollar, prevalecer, sobrar, allanar, violentar, anticipar, madrugar, preceder, prevenir
ξεπερνώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: maîtriser, surmonter, triompher, contrevenir, dépasser, enfreindre, excéder, franchi, franchir, outrepasser, passer, surpasser, transgresser, devancer, distancer, primer, suprême, combattre, vaincre, anticiper, avance, doubler, précéder
ξεπερνώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bastonare, battere, debellare, picchiare, sconfiggere, sormontare, superare, vincere, decorrere, eccedere, oltrepassare, passare, sorpassare, trasgredire, varcare, anticipare, precedere
ξεπερνώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beseire, erobre, overvelde, slå, overstige, overtreffe, passere, distansere, overgå, bekjempe
ξεπερνώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: одолеть, осилить, пересилить, победить, побороть, преодолевать, преодолеть, нарушать, переступать, перешагивать, преступать, обгонять, обогнать, превосходить, превышать, опережать
ξεπερνώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besegra, överträffa, slå, överskrida
ξεπερνώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mund, kaloj
ξεπερνώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пераадолець, перамагчы, перасягаць, перавышаць, абганяць, апярэджваць, выпярэджваць, пераганяць
ξεπερνώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kukistaa, voittaa, ylittää, ohittaa, edeltää
ξεπερνώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pobijediti
ξεπερνώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: legyőzni, áthágni, átlépni
ξεπερνώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: debelar, vencer, atravessar, exceder, infringir, superar, suplantar, transgredir, trespassar, ultrapassar, distanciar, passar, rebarbar, sobrepujar, sobrar, anteceder, antecipar, preceder
ξεπερνώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: долати, перебороти, переборювати, перемагати, перемогти, подоланий, подолати, ведучий, верх, верхній, вершина, вести, вищий, водити, керівництво, керувати, найвищий, обженіть, переважати, переважити, переважте, переважувати, перевершити, перевершувати, перевищити, перевищить, перевищувати, передувати, передуйте, перейдіть, переможіть, повести, привести, пригнітити, пригнічувати, провести, провідний, проводити, промахніться, свинець, свинцева, свинцевий, спрямовувати, спрямувати, шпиль, викласти, застелити, класти, накривати, накрити, напруга, напруження, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, натягати, натягнути, натягти, натягувати, перевершите, покладати, покласти, положення, положити, постелити, стелити, виїжджати, виїхати, випереджати, відбуватися, відбутися, відійти, дозвіл, допуск, залишати, залишити, запобіжіть, здати, кинути, лишати, лишити, минати, минути, обганяти, облишати, облишити, передавати, передати, передача, переїхати, перепустка, перетинати, перетнути, поїхати, покидати, покинути, призвести, призводити, прийняти, проїжджати, пройти, пропуск, пропускати, пропустити, просуватися, прохід, проходити
ξεπερνώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pokonać, przekraczać, prześcigać, przewyższać, przezwyciężać, wyprzedzać
ξεπερνώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ξεπερνώ στα αγγλικά, ξεπερνώ συνώνυμα, ξεπερνώ μετάφραση, ξεπερνώ τα όρια μου, ξεπερνώ translate, ξεπερνάς τον χωρισμό, ξεπερνώ κλίση, ξεπερνώ κάποιον