lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ξαφνικός

Λεξικό: αγγλικά ξαφνικός
Μεταφράσεις: abrupt, emergency, glitch, sally, snap, spate, sudden, impulsive
ξαφνικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kvapný, náhle, náhlý, nenadálý, neočekávaný, prudký, příkrý, srázný, strmý
ξαφνικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abrupt, plötzlich, unvermittelt, jäh, rapid, steil
ξαφνικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: abrupt, brysk, has, pludselig, tvær, blå, stejl
ξαφνικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brusco, repentino, súbito, urgente
ξαφνικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brusque, prompt, soudain, subit, urgent, violent, raide
ξαφνικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: brusco, improvviso, repentino, subitaneo, erto, ripido
ξαφνικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: abrupt, brå, brysk, has, innstendig, inntrengende, nødsfall, plutselig, rask, tvær
ξαφνικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: внезапен, внезапный, неожиданный
ξαφνικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: abrupt, akutsjukvård, brå, bråd, brysk, nödfall, överhängande, plötslig, tvär
ξαφνικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: неспадзяваны, раптоўны
ξαφνικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: äkiline
ξαφνικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: äkillinen, hätäinen
ξαφνικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hitan
ξαφνικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hirtelen, váratlan, impulzív
ξαφνικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: netikėtas, staigus
ξαφνικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brusco, improviso, inesperado, inopinado, repentino, súbito, abrupto, íngreme
ξαφνικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: brusc
ξαφνικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брутальний, грубий, крутий, невихований, необроблений, непристойний, образливий, раптовий, різкий, сирий
ξαφνικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nagły, raptowny
ξαφνικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ξαφνικός θάνατος, ξαφνικός πειρασμός (1988), ξαφνικός πυρετός, ξαφνικός πόνος στην πλάτη, ξαφνικός πόνος στο γόνατο, ξαφνικός πονοκέφαλος, ξαφνικός πόνος στην κοιλιά, ξαφνικός πόνος στο στομάχι, ξαφνικός πόνος στη μέση, ξαφνικός βήχας