lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ξαπλώνω

Λεξικό: αγγλικά ξαπλώνω
Μεταφράσεις: fall, lay, place, put, putt, assess, lie
ξαπλώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dávat, investovat, klást, naklást, nasadit, pokládat, položit, posadit, postavit, přijít, připravit, sázet, stavět, uložit, umístit, usadit, vložit, vsadit, ležet, předložit, složit, spočívat, stanovit
ξαπλώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auflegen, hinlegen, legen, platzieren, setzen, stellen, hingelegt, umlegen
ξαπλώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lægge, sætte, stille, anbringe, lege, ligge, nedlægge, putte
ξαπλώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acostar, aplicar, asentar, colocar, poner, recostar, situar, tenderse, acamar, depositar, tumbarse
ξαπλώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appliquer, encuver, mettre, placer, pondre, poser, postposer, rappliquer, remettre, reposer, apposer, coucher, déposer, établir
ξαπλώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appoggiare, collocare, coricarsi, mettere, piazzare, porre, posare, riporre, sdraiarsi, accertare, deporre
ξαπλώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: betona, legge, sette, anbringe, ligge, nedlegge, plassere, putte
ξαπλώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: класть, возложить, положить, постелить, постлать, уложить
ξαπλώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: betona, lägga, anbringa, putte, sejte
ξαπλώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кідаць, ліць, сыпаць
ξαπλώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asetama
ξαπλώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, panna, sijoittaa
ξαπλώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: staviti
ξαπλώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fektet, fektetni, helyezni, tenni, fekvés, lefektet
ξαπλώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acostar, aplicar, colocar, incluir, meter, pôr, situar, acamar, deitar, estender
ξαπλώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pune
ξαπλώνω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: postaviti
ξαπλώνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викласти, випадок, відпочивати, відпочинок, відпочити, встановити, ґрунт, діло, заглибина, заглиблення, застелити, здати, земля, класти, коробка, мотив, нагода, накривати, накрити, перепочивати, перепочити, перерва, підстава, покладати, покладатися, покласти, поле, положення, положити, поміщений, поставити, постелити, притулити, притуляти, проставити, складати, скласти, скриня, спочивати, справа, ставити, стелити, упакуйте, футляр, чохол, шахта, яма
ξαπλώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kłaść, położyć
ξαπλώνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ξαπλώνω στα αγγλικά, ξαπλώνω στον καναπέ και αναλογίζομαι την ζωή μου, ξαπλώνω ονειροκρίτης, ξαπλώνω κομμάτια, ξαπλώνω αγγλικα