lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ξακουστός

Λεξικό: αγγλικά ξακουστός
Μεταφράσεις: celebrated, celebrity, fabled, famed, famous, far-famed, glorious, illustrious, notable, renowned, illustriousness, reputed, well-known, accomplished, brilliant, capital, distinguished, eminent, excellent, exquisite, grand, noted, superb, tiptop, tip-top
ξακουστός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: famózní, pověstný, proslulý, skvělý, slavný, věhlasný, vyhlášený, význačný, známý, bezvadný, distingovaný, dokonalý, důležitý, eminentní, jemný, perfektní, pozoruhodný, ušlechtilý, výborný, vybraný, vynikající, významný, vznešený, znamenitý
ξακουστός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: berühmt, famos, gierreich, glorreich, ruhmreich, ruhmvoll, ausgezeichnet, beachtenswert, bemerkenswert, großartig, hervorragend, trefflich, vornehm, vortrefflich, vorzüglich
ξακουστός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anseende, berømt, prominent, fremragende, herlig, storartet, ypperlig
ξακουστός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afamado, célebre, egregio, exaltado, famoso, glorioso, ilustre, insigne, nombrado, renombrado, admirable, distinguido, eminente, excelente, excelso, exquisito, genial, inmejorable, magnífico, notable, señalado
ξακουστός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: célèbre, connu, considérable, éclatant, fameux, glorieux, illustre, renommé, réputé, signalé, distingué, éminent, excellent, formidable, huppé, illustrissime, important, insigne, notable, parfait, remarquable
ξακουστός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: celebre, famoso, glorioso, illustre, noto, ragguardevole, eccellente, eccellentissimo, eminente, esimio, magnifico, notevole, ottimo, perfetto, prelibato
ξακουστός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anseende, berømt, prominent, ryktbar, ryktbarhet, kynd, bemerkelsesverdig, briljant, fremragende, herlig, prektig, storartet, utmerket, ypperlig
ξακουστός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: знаменитый, известный, прославлен, прославленный, славен, славный, славящийся, знаменит, видный, выдающийся, замечательный, именитый, отличный, превосходный
ξακουστός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anseende, berömd, frejdad, omtalad, prominent, ryktbar, ryktbarhet, känd, välkänd, briljant, helig, utomordentlig, ypperlig
ξακουστός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выдатны, праслаўлены, славуты, слаўны, услаўлены, надзвычайны, цудоўны
ξακουστός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kuulus, märkimisväärne
ξακουστός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kunniakas, kuuluisa, loistava, maankuulu, maineikas, mainio, erinomainen, etevä, huomattava, kelpo, merkittävä
ξακουστός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čuven, slavan, izvrstan, odličan, važan
ξακουστός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dicső, híres, nevezetes, hírneves, kiemelkedő, kiváló, nagyszerű, remek
ξακουστός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garsus, puikus
ξακουστός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afamado, célebre, eminente, esclarecido, famoso, glorioso, ilustre, insigne, recobrado, delicioso, excelente, excelso, genial, importante, inspiraste, magnífico, separado
ξακουστός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: celebru, renume
ξακουστός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: slaven, odličen
ξακουστός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, видатний, видний, випнутий, витончений, гарний, гарно, знаменитий, красивий, лагідний, милий, невиконаний, несплачений, підвищений, прекрасний, приємний, прославлений, ретельний, симпатичний, славен, славетний, славний, славнозвісний, тактовний, уславлений, хороший, відомий, благородний, висока, високий, високо, вродливий, незрівнянний, пеня, персиковий, прекрасно, рідкий, рідкісний, розкішний, соковитий, тонкий, чудово, шляхетний, штраф, штрафувати
ξακουστός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: sławny, słynny, znakomity
ξακουστός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ξακουστός συνώνυμα, ξακουστός γυναικολόγος σέρρες, ξακουστός ο πορθμός του ευρίπου