lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: νόμιμος

Λεξικό: αγγλικά νόμιμος
Μεταφράσεις: aboveboard, lawful, legal, legitimate, legitimize, licit, rightful, rightfulness, entity, juridical, legislative, fair, honest, recto, righteous, right-hand, upright, virtuous, advisable, condign, consequential, correct, equitable, just, justifiable, justified, plausible, rank, right, statutory
νόμιμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovolený, legální, zákonitý, zákonný, legitimní, oprávněný, právní, právoplatný, čestný, kolmý, otevřený, počestný, poctivý, pravý, přímo, přímý, rovný, rozumný, slušný, spolehlivý, svislý, upřímný, zpříma, důvodný, pravděpodobný, přesný, spravedlivý, správný, zrovna, statutární
νόμιμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gesetzlich, legal, rechtlich, rechtsgültig, statthaft, gesetzmäßig, rechtmäßig, ehrenhaft, ehrlich, gerade, legitim, recht, rechte, rechtschaffen, redlich, billig, genau, gerecht, gleich, korrekt, richtig, zutreffend
νόμιμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: legal, lovformelig, lovlig, juridisk, legitim, ærlig, høre, rank, real, redelig, behørig, billig, fair, korrekt, nøjagtig, nøjagtigt, præcis, ret, retfærdig, rigtig, rimelig
νόμιμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: legal, legítimo, lícito, judicial, jurídico, derecho, diestro, entero, honesto, honrado, íntegro, leal, probo, recto, ajustado, cabal, correcto, equitativo, justo, estatutario
νόμιμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: légal, licite, juridique, légitime, dextre, droguiste, droit, honnête, loyal, noble, probe, équitable, exact, fondé, juste, raisonnable, sciences, spécieux, statuaire, statutaire
νόμιμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lecito, legale, giuridico, legalitario, legittimo, dabbene, destro, leale, onesto, retto, ritto, schietto, doveroso, equanime, equo, esatto, giusto
νόμιμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: laglig, legal, lovformelig, lovlig, rettslig, advokatknep, juridisk, legitim, rettmessig, ekte, ærlig, høyre, rank, real, redelig, rett, rettskaffen, behørig, rettferdig, riktig, rimelig
νόμιμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: законный, легальный, правовой, юридический, правый, честный, благоразумный, верен, верный, правильный, правомерен, правомерный, справедливый
νόμιμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: laglig, legal, lovlig, advokatknep, juridisk, legitim, rättmätig, rättslig, höger, rätt, real, behörig, riktig
νόμιμος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: легальны, законны, невінаваты, правы, дакладны, правільны, слушны
νόμιμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jogos, legális, törvényes, jog, jogi, törvénykezési, becsületes, jobb, helyes
νόμιμος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: legal, legítimo, lícito, judicial, jurídico, justo, enterro, honesto, honrado, recto, acertado, afinado, ajustado, apenas, certo, correcto, equitativo, exactamente, exacto, fidedigno, justificado, leal, preciso
νόμιμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: законний, легальний, правовий, процесуальний, юридичний, безсторонній, білявий, допустимий, закон, значний, компетентний, критичний, легітимний, неабиякий, непоганий, неупереджений, одягнутий, правничий, право, правомірний, правомочний, правосильний, прекрасний, приємний, русявий, світлий, справедливий, судовий, чесний, чималий, ярмарок, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, зовсім, направо, повністю, правий, правильний, правильно, прямий, прямо, прямої, справедливо, автентичний, відповідний, вірогідний, власний, властивий, водонепроникний, ґрунтовний, достовірний, зараз, звук, звучати, здоровий, істинний, належний, незмінний, нескладний, правдивий, пристойний, просто, саме, справжній, справний, тільки, точний, формальний, щойно
νόμιμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: legalny, prawny, prawowity, prawy, słuszny, ustawowy
νόμιμος στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: seaduslik, õiglane
νόμιμος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juridinen, laillinen, oikeudellinen, oikeutettu, rehellinen, rehti, suora, aiheellinen, oikea, oikeudenmukainen, vanhurskas
νόμιμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cinstit, drept
νόμιμος στα ρουμανική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: верен, правилен
νόμιμος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ispravan, pravedan
νόμιμος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: teisingas, tikslus, tinkamas
νόμιμος στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: samo
νόμιμος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

νόμιμος τόκος υπερημερίας, νόμιμος τόκος, νόμιμος εκπρόσωπος, νόμιμος μισθός, νόμιμος πληθυσμός, νόμιμος εκπρόσωπος αε, νόμιμος τόκος υπερημερίας 2013, νόμιμος εκπρόσωπος ομόρρυθμης εταιρείας, νόμιμος και νομιζόμενος τίτλος, νόμιμος δικαστής