lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ντόπιος

Λεξικό: αγγλικά ντόπιος
Μεταφράσεις: native, greaser, vernacular, autochthonous, indigenous
ντόπιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domácí, domorodec, domorodý, rodák, rodilý, tuzemec, tuzemský, vrozený, místní, původní
ντόπιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eingeborene, eingeborener, inländer, eingeboren, gebürtig, bodenständig, einheimisch, heimisch, volkstümlich, eingebildet, ortsansässig
ντόπιος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: autóctono, indígena, auténtico, criollo, natal, nativo, país, aborigen
ντόπιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autochtone, indigène, natif, originaire, cru, aborigène
ντόπιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: autoctono, indigeno, nativo, nostrano, aborigeno
ντόπιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innfødt, innfødd
ντόπιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: туземец, коренной, отечественный, рожаем, самородный, туземный
ντόπιος στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alkuasukas, kotimainen, alkuperäinen
ντόπιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autóctone, indígena, nativo, natal, pátrio, aborígene
ντόπιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: autohton
ντόπιος στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krajowiec, rodowity, rodzimy, tubylczy
ντόπιος στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: indfødt
ντόπιος στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: infödd, inhemsk, inföding
ντόπιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: айчынны, туземны, тутэйшы
ντόπιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вітчизняний, рідний-внесений, тубільний
ντόπιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bennszülött
ντόπιος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

ντόπιος συνώνυμο, ντόπιος αγγλικά, ντόπιος συνώνυμα, ντόπιος στα αγγλικά, σόφκα ντόπιος, ξενόφερτα ντόπιος