lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ντροπαλός

Λεξικό: αγγλικά ντροπαλός
Μεταφράσεις: apprehensive, bashful, diffident, fainthearted, faint-hearted, fearful, pigeon-hearted, scary, shamefaced, sheepish, shy, timid, timorous, white-livered, pusillanimous, coy, humble, humbler, lowly, modest, orderly, retiring, sparer, unassertive, unassuming, unobtrusive, unostentatious, unpretentious
ντροπαλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bázlivý, bojácný, lekavý, nesmělý, ostýchavý, plachý, stydlivý, ulekaný, ustrašený, úzkostlivý, cudný, decentní, nízký, opatrný, pokorný, prostý, skromný, slušný, zdrženlivý, upejpavý
ντροπαλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ängstlich, furchtsam, scheu, schüchtern, zaghaft, anspruchslos, bescheiden, demütig, genügsam, keusch, klein, knapp, schlicht, simpel, schamhaft, verschämt
ντροπαλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bange, genert, sky, beskeden, enkel, jævn, låg, ringe
ντροπαλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cobarde, miedoso, pusilánime, temeroso, tímido, espantadizo, comedido, frugal, honesto, humilde, llano, modesto, módico, pequeño, púdico, sencillo, avergonzado, encogido, vergonzoso
ντροπαλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appréhensif, craintif, peureux, timide, méticuleux, ombrageux, traqueur, chaste, décent, effacé, frugal, humble, modeste, modique, pudique, sage, sobre, honteux, inavouable, pudibond, vergogneux
ντροπαλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pauroso, pavido, ritroso, timido, timoroso, modesto, modico, pudico, umile
ντροπαλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blyg, engstelig, feig, fryktsom, redd, sjenert, beskjeden, enkel, jevn, låg, nøysom, ringa, ringe, unnselig
ντροπαλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: боязлив, боязливый, застенчивый, опасающийся, пуглив, пугливый, робкий, незначительный, ничтожный, скромен, скромный, стыдлив, стыдливый
ντροπαλός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rädd, anspråkslös, beskeden, blygsam, enkel, låg, oansenlig, ringa, blyg, neslig
ντροπαλός στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arglik, alandlik
ντροπαλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arka, kaino, pelokas, ujo, vauhko, alamainen, häveliäs, nöyrä, vaatimaton
ντροπαλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: plašljiv, čedan, skroman
ντροπαλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bátortalan, félénk, igénytelen, szemérmes, szerény, szégyenlős
ντροπαλός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cobarde, temeroso, tímido, timorato, apoiado, esquivo, medroso, zoo, discreto, humilde, ignoto, modesto, módico, parco, pequeno, recatado
ντροπαλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bojaźliwy, lękliwy, skromny, wstydliwy
ντροπαλός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: баязлівы, нясмелы, скромны, сціплы, сарамлівы, сарамяжлівы
ντροπαλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баран, барани, боязкий, вівці, вівця, жахливий, мишачий, полохливий, придуркуватий, соромливий, страшний, схвильований, тремтячий, відвертий, домашній, звичайний, зрозумілий, могила, невибагливий, невигадливий, невимогливий, некрасивий, однокольоровий, очевидний, ощадливий, поважний, покірний, порядний, пристойний, простий, прямий, рівний, рівнина, серйозний, скромний, стриманий, сумний, ясний
ντροπαλός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ντροπαλός αντίθετο, ντροπαλός άντρας, ντροπαλός συνώνυμα, ντροπαλός ελευσίνας, ντροπαλός σκορπιός, ντροπαλός συνώνυμο, ντροπαλός άνθρωπος, είμαι ντροπαλός, είναι ντροπαλός