lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: νοσοκόμα

Λεξικό: αγγλικά νοσοκόμα
Μεταφράσεις: amah, foster-mother, nurse, wet-nurse
νοσοκόμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kojná, ošetřovatel
νοσοκόμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amme, krankenpfleger, krankenschwester, pfleger, wärter
νοσοκόμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: amme, barnepiké, sygeplejerske
νοσοκόμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: nodriza, barchilón, enfermera, enfermero
νοσοκόμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: nourrice, garde-malade, infirmier
νοσοκόμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: balia, bambinaia, infermiere
νοσοκόμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amma, amme, barnepike, pleier, sykepleier
νοσοκόμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мамка, няня, санитар
νοσοκόμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amma, vårdare
νοσοκόμα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мамачка
νοσοκόμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dajka, ápoló
νοσοκόμα στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: годувальниця, мамка, медсестра, нянька, няньчити
νοσοκόμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mamka, pielęgniarz
νοσοκόμα στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õde, põetaja
νοσοκόμα στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sesuo, slaugė
νοσοκόμα στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sestra
νοσοκόμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

νοσοκόμα για ενέσεις στο σπίτι, νοσοκόμα στο σπίτι θεσσαλονίκη, νοσοκόμα στο σπίτι, νοσοκόμα αυτοκτόνησε, νοσοκόμα ονειροκρίτης, νοσοκόμα φάρσα, νοσοκόμα θεσσαλονίκη, νοσοκόμα της κέιτ, νοσοκόμα αγγλία, νοσοκόμα ετυμολογία