lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: νοικοκύρης

Λεξικό: αγγλικά νοικοκύρης
Μεταφράσεις: boss, entertainer, farmer, host, husbandman, landlord, master, steward, landowner, freeholder, holder, homeowner, householder, liveryman, owner, possessor, proprietor, resident
νοικοκύρης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domácí, farmář, hospodář, hostitel, mistr, pachtýř, pán, rolník, sedlák, statkář, velitel, vládce, zaměstnavatel, držitel, majitel, majitelka, vlastník
νοικοκύρης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bauer, gastgeber, gebieter, herr, landwirt, meister, wirt, großgrundbesitzer, gutsbesitzer, besitzer, eigentum, eigentümer, inhaber
νοικοκύρης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bonde, herre, hersker, husbond, landmand, mester, vært, vort, ejer
νοικοκύρης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agricultor, amo, anfitrión, campesino, casero, dueño, granjero, huésped, maestro, ranchero, propietario, terrateniente, dueľo, dueña, señor
νοικοκύρης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bourgeois, commissaire, cultivateur, école, fermier, hôte, maître, propriétaire, académiste, ayant-compte, cafetier, changeur, garagiste, gargotier, possesseur, raffineur, stockiste
νοικοκύρης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fattore, maestro, ospitante, ospite, padrone, proprietario, titolare
νοικοκύρης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bonde, herre, husbond, mester, verd, vert, eier, ihendehaver, innehaver
νοικοκύρης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: господин, земледелец, землепашец, мастер, помещик, арендодатель, владелец, властитель, домовладелец, обладатель, собственник
νοικοκύρης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: värd, ägare, innehaver
νοικοκύρης στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bujk, pronar
νοικοκύρης στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земеделец, фермер, владелец
νοικοκύρης στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: farmer, põllumees, talunik, võõrustaja
νοικοκύρης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: farmari, isäntä, kasvattaja, maanviljelijä, mestari, talonpoika, haltija
νοικοκύρης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gazda, gospodar, poljoprivrednik, vlasnik
νοικοκύρης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gazda, gazdálkodó, házigazda, háziúr, földbirtokos, háztulajdonos, tulajdonos
νοικοκύρης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: fermeris, meistras, ponaitis, ponas, savininkas, šeimininkas, ūkininkas, valdovas, žemdirbys
νοικοκύρης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agricultor, amo, anfitrião, anfitriãs, arrendatário, campesino, dono, fazendeiro, maestro, mestre, mesure, patrão, senhor, capitalista, proprietário
νοικοκύρης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gospodarz, obszarnik, właściciel
νοικοκύρης στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гаспадар, уладальнік, уласнік
νοικοκύρης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: власник, володар, володілець, воротар, держатель, ділок, опора, орендар, утримувач
νοικοκύρης στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

νοικοκύρης δερματολόγος, νοικοκύρης ετυμολογία, γιώργος νοικοκύρης, ο νοικοκύρης