lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: νιώθω

Λεξικό: αγγλικά νιώθω
Μεταφράσεις: abhor, be, fare, feel, fell, fine, smell, smelt, experience, experiment, try, undergo, detect
νιώθω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cítit, hmatat, jít, ohmatat, ohmatávat, pocítit, pociťovat, ucítit, vycítit, experiment, experimentovat, okusit, podstoupit, pokus, praxe, prodělat, prožít, trpět, utrpět, vytrpět, vyzkoušet, zakoušet, zakusit, zkoušet, zkouška, zkušenost, tušit
νιώθω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: duften, empfinden, fühlen, riechen, spüren, stinken, tasten, erfahren, erleben, erproben, probieren, prüfen, versuchen, wahrnehmen
νιώθω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: befinde, dufte, føle, fornemme, kost, lugte, må, mærke, være, eksperiment, erfare, erfaring, forsøg, forsøge, oplevelse, prøve, teste
νιώθω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encontrarse, oler, olfatear, oliscar, palpar, sentir, sentirse, tentar, catar, ensayar, experiencia, experimentar, experimento, intentar, pretender, probar, sufrir, resentirse, percibir
νιώθω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aller, concevoir, ressentir, sentir, tâter, éprouver, essayer, expérimenter, subir, pressentir
νιώθω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: percepire, sentire, stare, tastare, cimentare, collaudare, esperienza, esperimentare, esperimento, pratica, provare, intuire
νιώθω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: befinne, føle, fornemme, kost, lukte, må, være, eksperiment, erfare, erfaring, forsøke, prøve
νιώθω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: чувствовать, испытывать, пробовать, пытать, ощущать
νιώθω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: känna, kännas, kost, må, experimentera
νιώθω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndiej, provoj
νιώθω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: lõhnama, tundma, katse, kogemus
νιώθω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haista, haistaa, koetella, tuntea, elämys, koe, koettaa, kokea, kokeilla, yrittää
νιώθω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érez, érezni, érzékelni, tapasztalat
νιώθω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kvepėti, bandymas, eksperimentas, patirtis, tikrinti
νιώθω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cheirar, encontrares, experimentar, palpar, sentir, tentar, catar, ensaiar, experiência, experimento, intentar, pretender, provar, apalpar
νιώθω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mirosi
νιώθω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czuć, doświadczać, odczuwać, wyczuwać
νιώθω στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: експеримент, опитвам
νιώθω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даследаваць, зазнаваць, зведваць, іспытваць
νιώθω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: iskustvo, pokušaj, probati
νιώθω στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випробувати, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, зазнавати, зазнати, знати, льотчик-випробувач, підпирати, підтримайте, підтримати, підтримувати, постраждати, страждайте, страждати
νιώθω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

νιώθω ενοχές - μπλε, νιώθω μόνη, νιώθω μοναξιά, νιώθω νιώθω, νιώθω μόνος, νιώθω ενοχές, νιώθω ατονία, νιώθω κουρασμένος, νιώθω ετυμολογία, νιώθω μεγάλη μοναξιά βασίλης παπακωνσταντίνου