lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ναρκώνω

Λεξικό: αγγλικά ναρκώνω
Μεταφράσεις: anaesthetize, anesthetize, desensitize
ναρκώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dormir, anestesiar, insensibilizar
ναρκώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: anesthésier, assoupir, endormir, cuirasser, dessécher, insensibiliser
ναρκώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addormentare, anestetizzare
ναρκώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bedøve, bedøva
ναρκώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: усыпить, анестезировать, обезболить
ναρκώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elaltat, elaltatni, lefektet, érzéstelenít
ναρκώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: uśpić, znieczulić
ναρκώνω στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: umrtvit
ναρκώνω στα τσεχική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bedöva
ναρκώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: анестэзіраваць
ναρκώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anestesiar, insensibilizar
ναρκώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анестезувати
ναρκώνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ναρκώνω συνώνυμο, ναρκώνω στα αγγλικά