lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ναρκωτικό

Λεξικό: αγγλικά ναρκωτικό
Μεταφράσεις: cure, drug, forensic, medication, medicine, physic, remedy, dope, doping, kef, narcotic
ναρκωτικό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lék, lékařství, medicína, náprava, prostředek, droga, narkotický, narkotikum, omamný, uspávací
ναρκωτικό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abhilfe, arznei, medikament, medizin, droge, narkotikum, rauschgift
ναρκωτικό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bodemiddel, helbredelse, lægevidenskab, legemiddel, medikament, dop, narkotikum
ναρκωτικό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: medicamento, medicina, poción, remedio, droga, narcótico
ναρκωτικό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: médecine, médicament, potion, remède, drogue, hypnotique, narcotique, stupéfiant
ναρκωτικό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: farmaco, medicina, medicinale, rimedio, riparo, droga, stupefacente
ναρκωτικό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avhjelpe, botemiddel, helbredelse, legemiddel, medikament, medisin, oppreisning, dop, narkotikum, stoff
ναρκωτικό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: лекарство, медицина, наркотик, наркотический
ναρκωτικό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: botemedel, medicin, medikament, dop, narkotikum, stoff
ναρκωτικό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ilaç, mjekësi
ναρκωτικό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: лекарство, медицина
ναρκωτικό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лякарства, пякарства, наркотык
ναρκωτικό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: meditsiin, ravim, narkootikum
ναρκωτικό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lääke, lääketiede, parannuskeino, rohto
ναρκωτικό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: lijek
ναρκωτικό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyógyszer, orvosság, orvostan, bódítószer
ναρκωτικό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: medicina
ναρκωτικό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: expediente, medicamento, medicina, remédio, droga, narcótico
ναρκωτικό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виготовлення, вилікувати, ліки, лікування, лікувати, медикамент, медицина, підготовка, підготування, препарат, приготування, наркотик
ναρκωτικό στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lekarstwo, narkotyk
ναρκωτικό στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: drog
ναρκωτικό στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: drog
ναρκωτικό στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ναρκωτικό σίσα, ναρκωτικό gbl, ναρκωτικό άλατα μπάνιου, ναρκωτικό μιάου, ναρκωτικό krokodil, ναρκωτικό ετυμολογία, ναρκωτικό κανιβαλισμόσ, ναρκωτικό idoser, ναρκωτικό shisha, ναρκωτικό κηατ