lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μόριο

Λεξικό: αγγλικά μόριο
Μεταφράσεις: circuital, compound, corpuscle, molecule, particle, speck, allotment, bit, crumb, dole, moiety, segment, fraction
μόριο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: částečka, částice, molekula, část, díl, parcela, podíl, pozemek
μόριο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: molekül, teilchen, anteil, bruchteil, teilbarkeit, partikel
μόριο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: molekyle, partikel, stykke
μόριο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: molécula, partícula, pizca, fracción, parcela
μόριο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: molécule, particule, atome, fraction, fragment, lot, parcelle, part, petite, corpuscule
μόριο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: molecola, particella, particola, frazione, parte
μόριο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: partikkel, grann
μόριο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: молекула, пятнышко, частица, частичка, долька
μόριο στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: крупінка, часцінка, часціца
μόριο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: molekul, osake
μόριο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hiukkanen, molekyyli
μόριο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: molekula, čestica, dio
μόριο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: részecske
μόριο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dalelytė, molekulė
μόριο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: molécula, partícula
μόριο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: molekula
μόριο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вкушений, корпускула, крихта, фракція, частинка, частка, шматочок
μόριο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cząsteczka, cząstka, drobina, partykuła
μόριο στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: частица
μόριο στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

μόριο νερού, μόριο υδρογόνου, μόριο dna, μόριο του θεού, μόριο άτομο, μόριο σιδήρου, μόριο χλωροφύλλης, μόριο γλυκόζης, μόριο φυσική, μόριο οξυγόνου