lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μόνιμος

Λεξικό: αγγλικά μόνιμος
Μεταφράσεις: consistent, constant, contiguous, continual, continued, continuous, endless, hourly, ongoing, permanent, perpetual, running
μόνιμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nepřerušený, nepřetržitý, neustálý, neutuchající, permanentní, pevný, plynulý, průběžný, spojitý, stálý, trvalý, ustavičný
μόνιμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: andauernd, dauernd, konstant, permanent, ständig, stetig, unablässig, unaufhörlich, ununterbrochen
μόνιμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: evig, konstant, stadig, uafbrudt, varig, vedvarende
μόνιμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: continuo, incesante, permanente, seguido
μόνιμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: continu, continuel, incessant, ininterrompu, permanent, soutenu, suivi
μόνιμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: continuato, continuo, incessante, perenne, permanente
μόνιμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: evig, konstant, stadig, uavbrutt, varig, vedvarende
μόνιμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспрерывный, ежечасный, непрерывный, постоянный
μόνιμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: evig, konstant, stadig
μόνιμος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: безупынны, бесперапынны
μόνιμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: alaline
μόνιμος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ainainen, alinomainen, alituinen, jatkuva, pysyvä, yhtäjaksoinen, yhtenäinen
μόνιμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stalan, trajan
μόνιμος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: állandó, folytonos, szakadatlan
μόνιμος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuolatinis, pastovus
μόνιμος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: constante, continuo, contínuo, corrido, ininterrupto, permanente, seguido
μόνιμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безперебійний, безперервний, безупинний, кінцевий-до-кінцевий, неперервний, нерозбитий
μόνιμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciągły
μόνιμος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μόνιμος κάτοικος, μόνιμος κάτοικος feat.ειρήνη σταματάκη - η φωνή, μόνιμος κάτοικος - το πρώτο τρένο, μόνιμος κάτοικος το πρώτο τρένο στίχοι, μόνιμος κάτοικος feat.ειρήνη σταματάκη - η φωνή στίχοι, μόνιμος κάτοικος - το πρώτο τρένο music video, μόνιμος κάτοικος- καλή σας νύχτα, μόνιμος κάτοικος- το κορίτσι, μόνιμος κάτοικος η φωνή στίχοι, μόνιμος κεντρικός φλεβικός καθετήρας