lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μόδα

Λεξικό: αγγλικά μόδα
Μεταφράσεις: drift, trend, bearing, bias, course, direction, in, line, northing, policy, southerly, tack, tendency, under, way, fashion, style, vogue, aptitude, aptness, attraction, bent, disposition, inclination, inflexion, leaning, mind, penchant, predisposition, proclivity, propensity, slope, vein, downward, downwards, movement
μόδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: sklon, čára, cesta, dráha, linie, linka, náklonnost, názor, představenstvo, řada, řádek, řízení, šik, směr, spoj, správa, strana, trať, vedení, zaměření, móda, obliba, způsob, chuť, kouzlo, náchylnost, nálada, predispozice, přitažlivost, půvab, rozmístění, spád, svah, uspořádání, záliba
μόδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestrebungen, richtung, tendenz, trend, führung, management, verwaltung, art, mode, weise, abhang, anlage, anziehungskraft, hang, leidenschaft, neigung, steigung, stimmung, trieb, veranlagung
μόδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: mode, tendens, tilbøjelighed, forvaltning, kant, ledelse, linie, linje, retning, streg, vej, facon, måde, mod, dragning, drift, hældning, hang, lyst, skrænt, skråning
μόδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: tendencia, administración, camino, curso, dirección, gestión, giro, orientación, rumbo, estilo, moda, modo, uso, afición, cuesta, declive, disposición, inclinación, predilección, proclividad, propensión
μόδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: tendance, aplomb, chemin, codirection, destination, direction, ligne, part, sens, travers, mode, vogue, affection, appétit, attrait, disposition, inclination, penchant, pente, prédisposition, propension, récidivité, vocation
μόδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: tendenza, trend, cammino, direzione, guida, lenza, linea, riga, rigo, senso, foggia, moda, modo, voga, attrattiva, declivio, fascino, genio, inclinazione, pendenza, pendice, predisposizione
μόδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tendens, forvaltning, kant, lei, linje, retning, riktning, samfunnsfag, studieretning, måte, mod, mote, begivenhet, dragning, drift, hang, lyst, skråning, tilbøyelighet
μόδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: стремление, тенденция, направление, руководство, управление, мода, наклон, наклонность, подверженность, склонность
μόδα στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: тенденция, направление, мода, наклон
μόδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tendenssi, johto, johtokunta, ohjaus, suunta, taipumus, kuosi, muoti, houkutin, kallistuma, kaltevuus, rinne, viehätys, viehätysvoima
μόδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kryptis, polinkis, tendencija, vadyba, būdas, mada, maniera, stilius, nuolydis, nuožulnumas, šlaitas
μόδα στα λιθουανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dążność, kierunek, moda, skłonność, tendencja
μόδα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: håll, kant, retning, riktning, mod, begivenhet, benägenhet, böjelse, dragning, förkärlek, håg, hang, lyst, påbrå, predestination, tendens
μόδα στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kalduvus, suund, kallak
μόδα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pravac, smjer, moda, običaj
μόδα στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: administração, administrais, curso, direcção, directo, gerência, gestão, giro, sentido, tendência, costume, estilo, maneira, moda, modo, uso, declive, disposição, dispositiva, encesta, encosta, inclinação, ladeira, prolixidade, rampa, vertente, propendias
μόδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: direcţie, atracţie
μόδα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: smer
μόδα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: smer, sklon, trend
μόδα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брехня, викласти, вишикувати, вишикуватися, вказівка, генеалогія, директива, дирекція, застелити, зморшка, інструкція, керівництво, класти, колія, лежати, лінія, лягати, лягти, навчання, накривати, накрити, направлення, напрям, напрямок, настанова, обрис, покладати, покласти, положення, положити, постелити, простягати, простягнути, протягати, риска, розпорядження, розтягати, розтягувати, ряд, скеровування, скерування, спрямування, стелити, сягати, тенор, тягнутися, тягти, черга, шкільний, школа, засіб, метод, мода, режим, спосіб, фасон, апетит, безсилля, вена, відповідальність, диспозиція, жила, займатися, звичка, здатність, здібність, натура, нахил, нюх, підлягання, покликання, потяг, похилений, пристрасть, розміщення, складка, слабість, слабкість, смак, схильність, тенденція, частувати, настрій
μόδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mënyrë, prirje
μόδα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мода, нахіл, тэндэнцыя
μόδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: divat, intézkedés, trend
μόδα στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

μόδα άνοιξη 2014, μόδα 2014, μόδα χειμώνας 2014, μόδα άνοιξη καλοκαίρι 2014, μόδα καλοκαίρι 2014, μόδα βικιπαίδεια, μόδα για παχουλές, μόδα α λυκείου, μόδα μαλλιά 2014, μόδα για εύσωμες