lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μυωπικός

Λεξικό: αγγλικά μυωπικός
Μεταφράσεις: short-sighted, myopic, nearsighted, near-sighted
μυωπικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krátkozraký
μυωπικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kurzsichtige, kurzsichtiger, kurzsichtig
μυωπικός στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: miope
μυωπικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: myope
μυωπικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: miope
μυωπικός στα ιταλικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: rövidlátó, közellátó
μυωπικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: míope
μυωπικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krótkowidz, krótkowzroczny
μυωπικός στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kortsynt, nærsynt
μυωπικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: близорукий, недальновидный
μυωπικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kortsynt, närsynt
μυωπικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блізарукі
μυωπικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: krátkozraký
μυωπικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: короткозорий, короткозорість, недалекоглядний
μυωπικός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

μυωπικός αστιγματισμός, μυωπικός καταρράκτης, μυωπικός αστιγματισμός συμπτώματα, μυωπικός αστιγματισμός σε παιδια