lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μυστηριώδης

Λεξικό: αγγλικά μυστηριώδης
Μεταφράσεις: abstruse, arcane, backdoor, cryptic, inscrutable, mysterious, phantom, secret, secretive, stealthy, subterranean, subterraneous, surreptitious, uncanny, enigmatic, enigmatical, puzzling
μυστηριώδης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mystický, schovaný, skrytý, tajemný, tajemství, tajnost, tajnůstkářský, tajný, tajuplný, utajený, záhadný, hádankovitý, nevysvětlitelný
μυστηριώδης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geheim, geheimnisvoll, mysteriös, mystisch, rätselhaft, hintergründig
μυστηριώδης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hemmelig, hemmelighed, mysterium, mystisk
μυστηριώδης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arcano, enigmático, misterio, misterioso, secreto
μυστηριώδης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: caché, mystérieux, mystique, reclus, secret, sphinx, énigmatique, inexplicable
μυστηριώδης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arcano, misterioso, recondito, segreto
μυστηριώδης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gåtefull, hemmelig, hemmelighet, hemmelighetsfull, kuslig, lønnlig, mysterium, mystisk
μυστηριώδης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: секрет, таинствен, таинственен, таинственны, таинственный, загадочен, загадочный
μυστηριώδης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hemlighetsfull, kuslig, lönnlig, mysterium, mystisk
μυστηριώδης στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mõistatuslik
μυστηριώδης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hämäräperäinen, salainen, salaisuus, arvoituksellinen
μυστηριώδης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tajanstven
μυστηριώδης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: titok, titokzatos
μυστηριώδης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: paslaptis, paslaptingas
μυστηριώδης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arcano, enigmático, misterioso, secreto, segredo, sigilo
μυστηριώδης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: надприродний, секрет, таємний, таємничий, фатально, загадковий, незбагненний, пророчий
μυστηριώδης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: tajemniczy, zagadkowy
μυστηριώδης στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: enigmatik
μυστηριώδης στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: загадкавы
μυστηριώδης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: záhadný
μυστηριώδης στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μυστηριώδης εξαφάνιση, μυστηριώδης θάνατος 17χρονης, μυστηριώδης ριπή ακτινοβολίας έπληξε τη γη πριν από 1.200 χρόνια, μυστηριώδης εξαφάνιση (gone), μυστηριώδης νήσος, μυστηριώδης ετυμολογία, μυστηριώδης θόρυβος αναστατώνει τα χανιά - άγνωστη η προελευσή του, μυστηριώδης θόρυβος αναστατώνει τα χανιά, μυστηριώδης συνώνυμα, μυστηριώδης θάνατος 17χρονης από τα ιωάννινα