lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μποτιλιάρισμα

Λεξικό: αγγλικά μποτιλιάρισμα
Μεταφράσεις: bung, cork, gridlock, jam, logjam, plug, stopper
μποτιλιάρισμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čep, korek, špunt, zátka, ucpat, zacpat, zatarasit
μποτιλιάρισμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kork, korken, pfropf, pfropfen, spund, stau, stopfen, stoppzeit, stöpsel
μποτιλιάρισμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kork, proppe, skrukork
μποτιλιάρισμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corcho, fusible, tampón, tapadero, tapón, tapar
μποτιλιάρισμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bouchon, embouteillage, liège, talonnette, tampon, boucher, embouteiller
μποτιλιάρισμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sughero, tampone, tappo, turacciolo, tappare
μποτιλιάρισμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kork, propp, skrukork, korka, proppe
μποτιλιάρισμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пробка, закупоривать, затыкать
μποτιλιάρισμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kork, propp, korka
μποτιλιάρισμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: корк
μποτιλιάρισμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: затор, затычка, корак, пробка
μποτιλιάρισμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pistik, punn
μποτιλιάρισμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: korkki, tukko, tulppa
μποτιλιάρισμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čep
μποτιλιάρισμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dugasz, dugó, parafa, paratölgy
μποτιλιάρισμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kaištis, kamštis
μποτιλιάρισμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bucha, corcho, cortiça, rolha, tampa, tampos
μποτιλιάρισμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zamašek
μποτιλιάρισμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кран, плавка, пробка
μποτιλιάρισμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: korek, korkować
μποτιλιάρισμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μποτιλιάρισμα στους ουρανούς απίστευτο βίντεο με την εναέρια κυκλοφορία, μποτιλιάρισμα θεσσαλονίκη, μποτιλιάρισμα συνώνυμα