lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μουσκεύω

Λεξικό: αγγλικά μουσκεύω
Μεταφράσεις: chloroform, dip, dunk, soak, sop, dabble, drench, imbue, steep, suggestion, urine, wet, imbibe
μουσκεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: namáčet, namočit, omočit, louhovat, máčet, močit, navlhčit, pít, smáčet, vlhčit, impregnovat
μουσκεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eintauchen, tauchen, tunken, anfeuchten, durchnässen, wässern, weichen, saugen, getunkt
μουσκεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calar, empapar, mojar, chapotear, humedecer, mojarse, empaparse
μουσκεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: tremper, essanger, infuser, macérer, mouiller, pisser, rouir, javeler, abreuvement, humecter, imbiber, rincer
μουσκεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inzuppare, bagnare
μουσκεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: væta, bløte, dyppe, væte
μουσκεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: макать, замачивать, мочить, смачивать, напитывать, пропитывать, макнуть, обмакнуть, замочить, омочить, подмочить, смочить
μουσκεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: doppa, väta, blöta, väte
μουσκεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мачаць, змочваць, мачыць, намочваць
μουσκεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kastella, liota, liottaa, kastaa
μουσκεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: áztatni, nedvesíteni
μουσκεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calar, empapar, imergir, humedecer, macerar, rojar
μουσκεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вмочати, мочіть, змочити, змочіться, змочувати, мочити, соління
μουσκεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: maczać, moczyć, nasiąkać, umoczyć, zmoczyć
μουσκεύω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blødte, dyppe, vælte
μουσκεύω στα δανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lag, njom
μουσκεύω στα αλβανικά »