lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μοντέλο

Λεξικό: αγγλικά μοντέλο
Μεταφράσεις: breadboard, dummy, model, design, epitome, example, exemplar, formula, image, paragon, pattern, probe, sample, specimen, standard, style, type, typify, exemplary
μοντέλο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: maketa, model, modelka, vzor, vzorný, druh, nárys, norma, pravidlo, příklad, typ, ukázka, vzorec, vzorek, normální, exemplární, příkladný
μοντέλο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: modell, muster, vorbild, art, beispiel, exempel, formel, gattung, paradigma, probe, rezept, schema, vorführung, beispielhaft, normal, erbaulich, mustergültig, musterhaft, vorbildlich
μοντέλο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: layout, model, mønster, design, eksempel, eksemplar, formel, ideal, mode, opskrift, prøve, slag, type, normal, mønsterværdig
μοντέλο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: maqueta, modelo, catar, dechado, ejemplar, ejemplo, espécimen, esquema, estándar, fórmula, molde, muestra, norma, pauta, prototipo, receta, tipo, normal
μοντέλο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: maquette, modèle, canon, échantillon, exemple, formule, gaufrure, motif, moule, paradigme, parangon, schéma, spécimen, standard, type, normal, exemplaire
μοντέλο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: indossatrice, modellino, modello, campione, esempio, esemplare, formula, paradigma, saggio, tipo, normale
μοντέλο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: layout, modell, mønster, design, eksempel, eksemplar, forbilde, førebild, føredøme, foredømme, formel, hensikt, ideal, mode, prøve, resept, sætt, skjema, slag, normal, mønsterverdig
μοντέλο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: макет, модель, образец, образцовый, пример, формула, нормальный, эталонный, примерный
μοντέλο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: layout, design, exemplet, förebild, föredöme, ideal, mode, mönster, sätt, exemplarisk, mönstergill
μοντέλο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: макет, узор, узорны
μοντέλο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mudel, näide, näidis, retsept, tüüp, valem
μοντέλο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esikuva, kaava, malli, näyte, esimerkki, tavaranäyte, tyyppi, vakio, esikuvallinen
μοντέλο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: model, formula, primjer, uzorak, normalan
μοντέλο στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: maqueta, modelo, amostra, catar, chapa, espécime, exemplo, experimentar, fórmula, molde, norma, padrão, pauta, protótipo, provar, receita, tipo, normal, edificante, maestro, normativo
μοντέλο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: model, vzor
μοντέλο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: макет, план, схема, взірець, вибірка, вилучання, випробування, дегустатор, душа, екземпляр, зразок, незрівнянний, приклад, примірник, рецепт, самородок, формула, взірцевий, зразковий
μοντέλο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: makieta, wzór, wzorcowy, wzorowy
μοντέλο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mostër
μοντέλο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: образец, пример, стандарт, тип, формула
μοντέλο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fajta, formula, minta, mintakép, példa, példány, szabvány, típus, vázlat, mintaszerű, példás
μοντέλο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bandinys, formulė, mėginys, pavyzdys, receptas, rūšis, tipas
μοντέλο στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: primer, vzorec
μοντέλο στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

μοντέλο οντοτήτων συσχετίσεων, μοντέλο osi, μοντέλο επεξεργασίας πληροφοριών, μοντέλο von neumann, μοντέλο ηνωμένων εθνών, μοντέλο αναφοράς tcp/ip, μοντέλο οντοτήτων συσχετίσεων παραδείγματα, μοντέλο dpsir, μοντέλο cocomo, μοντέλο lasswell