lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μονοπάτι

Λεξικό: αγγλικά μονοπάτι
Μεταφράσεις: avenue, highway, journey, lane, pad, path, pathname, pathway, road, roadway, route, street, track, trail, walk, way, footpath, foot-path, mark, heritage, thorium, trajectory, itinerary, run
μονοπάτι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cesta, dráha, jízda, kolej, koleje, komunikace, linka, postup, silnice, spoj, stopa, trasa, trať, vozovka, cestička, chodník, pěšina, trajektorie, itinerář
μονοπάτι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bahn, chaussee, fahrbahn, gang, geleise, gleis, hinweg, route, schnellstraße, straße, strecke, weg, fußpfad, fußweg, pfad, steg, trasse, flugbahn, thorium, fahrt, tresse
μονοπάτι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: allé, gade, rejse, rute, spår, tur, veg, vej, gang, gangsti, sti, stig, led, banan, bane, fil, spor, linje, vi
μονοπάτι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calle, calzada, camino, carrera, carretera, carril, derrota, itinerario, recorrido, rumbo, ruta, trayecto, vía, ceja, senda, sendero, trocha, vereda, pista
μονοπάτι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: artère, chaussée, chemin, itinéraire, route, sphère, traite, trajet, trimard, voie, sente, sentier, bordure, ligne, liteau, tracé, hippodrome, skating, thorium, trajectoire, turf, vélodrome, parcours
μονοπάτι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: binario, cammino, carreggiata, itinerario, percorso, pista, rotta, strada, tragitto, via, viaggio, sentiero, viottolo, circuito, traiettoria, tracciato
μονοπάτι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: allé, bana, bane, omvei, reise, rute, spår, strede, tråkk, veg, vei, gang, gangsti, sti, stig, led, fil, ræls, spor, linje
μονοπάτι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дорога, колея, маршрут, путь, тропа, тропинка, ипподром, торий, трасса
μονοπάτι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: allé, bana, spår, sträcka, stråt, väg, gång, stig, stil, led, bane, fil, räls, linje, route
μονοπάτι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrugë, shteg
μονοπάτι στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: маршрут, път, шосе
μονοπάτι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дарога, краiна, шлях, сьтежачка, маршрут, траса
μονοπάτι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maantee, tänav, tee, jalgrada, rada, toorium
μονοπάτι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajokaista, ajorata, ajotie, kulkureitti, kulkuväylä, polku, raide, reitti, tie, ura, valtakatu, lentorata
μονοπάτι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: cesta, kolnik, put, staza
μονοπάτι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: keréktávolság, ösvény, pálya, út, útvonal, csapás, röppálya, tórium, sugárút
μονοπάτι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gatvė, kelias, maršrutas, takas, toris
μονοπάτι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caminho, carril, estrada, pista, recorrido, rodovia, rua, senda, trilho, via, campino, severo, vereda, cale, carreteira, rota
μονοπάτι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cesta, pot
μονοπάτι στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дорога, маршрут, путь, стежка, тропа, накладна, траса
μονοπάτι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: droga, ścieżka, szlak, tor, trasa
μονοπάτι στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cărare, potecă
μονοπάτι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: cesta
μονοπάτι στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μονοπάτι ε4, μονοπάτι παρνασσού 2014, μονοπάτι ε4 κρήτη, μονοπάτι αη γιώργη, μονοπάτι του διαβόλου, μονοπάτι σιδηροδρομικών, μονοπάτι αη-γιώργη 2014, μονοπάτι παλιάς καβάλας, μονοπάτι του κάκαβου, μονοπάτι καραγιάννη