lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μοναχός

Λεξικό: αγγλικά μοναχός
Μεταφράσεις: alone, bare, one, only, single, sole, unique, asunder, himself, itself, myself, oneself, same, very, friendless, isolated, lone, lonely, lonesome, recluse, retired, solitary, unaccompanied, unattended, unwed, barely, but, exclusively, just, merely, purely
μοναχός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jakýsi, jeden, jedině, jedinečný, jediný, jednička, jednotný, kterýsi, nějaký, ojedinělý, opuštěný, osamělý, osamocený, pouhý, sám, samotářský, samotný, unikátní, dokonce, právě, stejný, izolovaný, jednotlivý, odloučený, poustevník, samotář, jen, pouze, prostě, toliko
μοναχός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: allein, alleinig, eins, einsam, einzig, einzigartig, singulär, sondergleichen, derselbe, gleich, lauter, selbe, selber, selbst, abgeschieden, einzeln, verlassen, zurückgezogen, als, bloß, irgend, lediglich, nur
μοναχός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alene, en, end, eneste, ensom, et, isoleret, solo, ugift, unik, samme, selv, eneboer, bare, blot, kun
μοναχός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: exclusivo, singular, solitario, solo, único, uno, mismo, aislado, retirado, meramente, puramente, sino, solamente, sólo
μοναχός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: seul, solitaire, un, unique, uniquement, même, supérette, isolé, retiré, seulement
μοναχός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: romito, singolo, solitario, solo, unico, uno, medesimo, stesso, uguale, isolato, solamente, soltanto
μοναχός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alene, en, enda, eneste, ensom, ett, solo, ugift, unik, samme, selv, eneboer, enslig, ødslig, bara, bare, blott, kun
μοναχός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: един, единичный, единствен, единственный, единый, несравненный, один, одинокий, только, сам, само, самое, самолично, самый, одинок, одиночный, сиротливый, лишь
μοναχός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enastående, enda, oförliknelig, solo, unik, allena, arlene, ensam, själv, avskild, enslig, ödslig, bara, bare, blott, enbart, endast, ensamt
μοναχός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: një, vetëm
μοναχός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзіны, адна, адно, троху, трошку, сам, самі, толькi
μοναχός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ainulaadne, ainus, üks, üksi, sama, üksildane
μοναχός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ainoa, ainoalaatuinen, erakko, yksi, yksin, yksinäinen, itse, sama, samanlainen, yksittäinen, ainoastaan, vain, vasta
μοναχός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: jedan, sam, jedini, osamljen, samo
μοναχός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csakis, csupán, egy, egyedüli, egyetlen, egyedülálló, elhagyatott, magányos, társtalan, csak
μοναχός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vienas, vienintelis, vienišas, tiktai
μοναχός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: exclusivo, ímpar, integral, isolado, singular, só, solo, sonsinho, sozinho, único, uniforme, uno, mesmo, tal, retirado, solitário, apenas, meramente, sino, somente
μοναχός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: doar, numai, acelaşi
μοναχός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ena, samo
μοναχός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виключний, винятковий, ексклюзивний, єдиний, один, підошва, особисто, сам, безлюдний, ізолювати, ізолюйте, одинокий, самітний, самотинний, самотній, лиш, просто
μοναχός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jedyny, sam, samotny, tylko
μοναχός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: сам
μοναχός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rovnaký, iba
μοναχός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μοναχός μωυσής, μοναχός δωρόθεος, μοναχός αρσένιος, μοναχός κάτι ψήνεται, μοναχός παίσιος, μοναχός στο κάτι ψήνεται, μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα, μοναχός μιχαήλ, μοναχός κώστας, μοναχός τραγουδιστής