lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μοναδικός

Λεξικό: αγγλικά μοναδικός
Μεταφράσεις: alone, bare, one, only, single, sole, unique, quaint, emergency, excepted, exceptional
μοναδικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jakýsi, jeden, jedině, jedinečný, jediný, jednička, jednotný, kterýsi, nějaký, ojedinělý, opuštěný, osamělý, osamocený, pouhý, sám, samotářský, samotný, unikátní, mimořádný, neobyčejný, výjimečný, zvláštní
μοναδικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: allein, alleinig, eins, einsam, einzig, einzigartig, singulär, sondergleichen, einmalig
μοναδικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alene, en, end, eneste, ensom, et, isoleret, solo, ugift, unik, enestående, ekstraordinær
μοναδικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: exclusivo, singular, solitario, solo, único, uno, excepcional
μοναδικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: seul, solitaire, un, unique, uniquement, inimitable, exceptionnel, exceptionnelle, extraordinaire, majeur, rare
μοναδικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: romito, singolo, solitario, solo, unico, uno, eccezionale, speciale, straordinario
μοναδικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alene, en, enda, eneste, ensom, ett, solo, ugift, unik, enestående, eksepsjonell, ekstraordinær, sjelden
μοναδικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: един, единичный, единствен, единственный, единый, несравненный, один, одинокий, только, единовременный, уникален, уникальный, исключителен, исключительный, несравненен
μοναδικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enastående, enda, oförliknelig, solo, unik, tunnsådd
μοναδικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: një, vetëm
μοναδικός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзіны, адна, адно, троху, трошку, унікальны, выключны, надзвычайны
μοναδικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ainulaadne, ainus, üks, üksi
μοναδικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ainoa, ainoalaatuinen, erakko, yksi, yksin, yksinäinen, poikkeuksellinen
μοναδικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: jedan, sam
μοναδικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csakis, csupán, egy, egyedüli, egyetlen, egyedi, kivételes
μοναδικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vienas, vienintelis, vienišas
μοναδικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: exclusivo, ímpar, integral, isolado, singular, só, solo, sonsinho, sozinho, único, uniforme, uno, excepcional, impar
μοναδικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: doar, numai
μοναδικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ena
μοναδικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виключний, винятковий, ексклюзивний, єдиний, один, підошва, унікальний
μοναδικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jedyny, unikalny, unikatowy, wyjątkowy
μοναδικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μοναδικός συνώνυμα, μοναδικός αριθμός ακινήτου, μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους, μοναδικόσ αριθμόσ σταθμού, μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους μηχανικών, μοναδικός συνώνυμο, μοναδικός εντοπισμός, μοναδικός κωδικός συμμετοχής (κασ) υπεκα, μοναδικός ελληνας σκόρερ στο euro και mundial, μοναδικός αντίθετο