lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μονάδα

Λεξικό: αγγλικά μονάδα
Μεταφράσεις: degree, denomination, entity, individual, measure, unit, unity
μονάδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jedinec, jednotka, jednotlivec, jednotlivý, měření, měřítko, míra, opatření, osoba, takt, zvláštní, jednička, jednota, jednotnost
μονάδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einheit, einzelwesen, individuum, person, einer, einigkeit, eins
μονάδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ener, enhed, forholdsregel, individ, mål, måling, en
μονάδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: individuo, unidad, uno
μονάδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: individu, mesure, monade, particulier, unité, un
μονάδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: battuta, ente, individuo, misura, persona, proporzione, provvedimento, singolo, unità
μονάδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ener, enhet, individ, mål, måling, en, enighet
μονάδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: единица, личность, единство, согласие
μονάδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enhet, enver, etta
μονάδα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзінка, асоба
μονάδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: üksus
μονάδα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: henkilö, yksikkö, yksilö, yhteys, yksi
μονάδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: egyén, egység, gépegység, egyes
μονάδα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vienetas
μονάδα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: individuo, indivíduo, personalidade, pessoa, sujeito, unidade, um, uma, união
μονάδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jednotka
μονάδα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: апарат, діяч, ідентичність, індивідуальність, людина, одиниця, особа, особистість, тотожність, установка, чоловік, підрозділ
μονάδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jednostka, jedynka
μονάδα στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: një
μονάδα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: единство
μονάδα στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

μονάδα ανθρώπινης εργασίας, μονάδα 731, μονάδα οικογενειακής θεραπείας παγκράτι, μονάδα μέτρησης πόνου, μονάδα εφήβων αχεπα, μονάδα οικογενειακής θεραπείας, μονάδα μέτρησης ενέργειας, μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, μονάδα σημασιολογικού ιστού, μονάδα αναπτυξιακής παιδιατρικής του νοσοκομείου παίδων «αγλαΐα κυριακού»