lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μολύνω

Λεξικό: αγγλικά μολύνω
Μεταφράσεις: contaminate, infect, poison, defile, pollute, vitiate, catch, taint
μολύνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: infikovat, kontaminovat, nakazit, otrávit, zamořit, znečistit, kazit, pokazit, porušit, zhanobit, zkazit, znečišťovat, zneuctít
μολύνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anstecken, infizieren, verseuchen, verunreinigen
μολύνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forpeste, smitte, forurene, besmitte, inficere
μολύνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: contagiar, infectar, contaminar, ensuciar, apestar, agarrar, coger, contagiarse, contraer, infectarse
μολύνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: contaminer, infecter, corrompre, polluer, salir, souiller, communiquer, contagionner, empester
μολύνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appestare, contagiare, infettare, inquinare, insudiciare, ammorbare, contagiarsi
μολύνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besmitta, forpeste, infisere, smitta, forurense, smitte
μολύνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заражать, заразить, загрязнять, осквернять
μολύνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besmitta, smitta, förorena, orena
μολύνω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nakkama
μολύνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: saastuttaa, tartuttaa
μολύνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: contagiar, infectar, contaminar, aprestar
μολύνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zakazić, zanieczyszczać, zarażać, zarazić
μολύνω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bemocskolni, beszennyezni, megfertőz
μολύνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заражаць
μολύνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виразка, забрудніть
μολύνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

μολύνω αόριστος, μολύνω παρατατικός, μολύνω συνώνυμα, μολύνω αγγλικα, μολύνω στα αγγλικα, μολύνω μολυνει μολύνει, μολύνω συνώνυμο