lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μοιράζω

Λεξικό: αγγλικά μοιράζω
Μεταφράσεις: distribute, bisect, carve, divide, group, partake, partition, share, split, stream, apportion, participate, administer, allot, deal, allocate, disband, disjoin, dispense, dissever, dissociate, parcel, prorate, reallocate, segregate, separate, splay, disseminate
μοιράζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: distribuovat, rozdat, rozdělit, rozdělovat, roznést, rozvrhnout, dělit, rozčlenit, rozpůlit, rozštěpit, sdílet, distribuce, podat, poskytnout, rozdání, rozdávat, rozdělení, oddělit, oddělovat, odloučit, odlučovat, rozdílet, rozdvojit, rozebrat, rozlišovat, rozloučit, rozložit, rozmístit, rozpojit, rozpoltit, separovat, štěpit, vyloučit
μοιράζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verteilen, aufteilen, dividieren, teilen, trennen, zerlegen, austeilen, geben, spenden, vergaß, vergeben, scheiden, spalten, zuteilen, ausgeteilt, gliedern
μοιράζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fordele, adskille, dele, dividere, tildele, skille
μοιράζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: distribuir, erogar, repartir, compartir, despartir, dividir, partir, separar, dispensar, apartar, desjuntar, desmembrar, desunir, disociar, divorciar, escindir, segregar, disgregarse
μοιράζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: distribuer, compartimenter, contingenter, démembrer, diviser, partager, scinder, subdiviser, départir, dispenser, distribution, donner, répartition, dédoubler, démancher, déparier, disjoindre, disloquer, dissocier, lacérer, répartir, séparer, détremper
μοιράζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: distribuire, condividere, dividere, spartire, dispensare, dissociare, separare, separarsi, spacciare
μοιράζω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: распределять, делить, отделять, подразделять, расщеплять, раздавать, разделять, разъединять, разделить, разнять, разъединить, распределить, разводить
μοιράζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shpërndaj, ndaj
μοιράζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: размяркоўваць, аддаваць, далучацца, падзяляць, раздзяляць
μοιράζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jakaa, antaa, erottaa, irrottaa
μοιράζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: distribuir, racionar, repartir, compartir, desmembrar, dividir, partir, separar, apartar, desunir, segregar
μοιράζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акція, ділити, дольовий, доля, кількість, пай, поділити, поділяти, приділити, приділяти, призначати, призначити, роздавати, роздати, розподілити, розподіліть, розподіляти, угода, частина, частка, відділити, відділитися, відділіться, відділяти, відділятися, відімкніть, відокремити, відокремитися, відокремлений, відокремлювати, відокремлюватися, відчепити, відчіпляти, дисоціюєте, звільніться, ізольований, індивідуальний, нарізний, окремий, розділяти, розлучати, розлучатися, розлучення, розлучити, розлучитися, розчепіть, розчленуйте, сепаратний
μοιράζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dystrybuować, dzielić, podzielać, rozdawać, rozdzielać, rozdzielić, rozprowadzać
μοιράζω στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: atskille, dele, dividere, fordele, utparsellere, skille, tildele, utdele, utdelje, utskille
μοιράζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dela, delge, fördela, indela, skilja, sönderdela, avdela, separera
μοιράζω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jagama, andma
μοιράζω στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elkülöníteni, eloszt, osztani, osztozkodik, elválaszt, szétosztani
μοιράζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

μοιράζω συνώνυμα, μοιράζω φιλιά, μοιράζω φιλιά στίχοι, μοιράζω φυλλάδια, μοιράζω φιλιά download, μοιράζω στα αγγλικά, συνώνυμο μοιράζω