lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μοίρα

Λεξικό: αγγλικά μοίρα
Μεταφράσεις: destine, destiny, fortune, lot, rake-off, share, doom, fate, karma, allocation, appropriation, assignation, destination, goal
μοίρα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bohatství, díl, jmění, los, majetek, náhoda, osud, parcela, podíl, pozemek, účast, úděl, štěstí, přidělení, určení
μοίρα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anteil, geschick, los, partie, schicksal, verhängnis, vermögen, verhandlungen, bestimmen, bestimmung
μοίρα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: andel, bestemmelse, del, formue, lykke, øde, skæbne, held
μοίρα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: altibajos, caudal, destino, fortuna, lote, parte, suerte, azar, habla, ventura, destinación, fatalidad, predestinación, sino
μοίρα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: destin, destinée, fortune, lot, part, sort, apanage, chance, hasard, affectation, destination, fatalité, fatum, prédestination, usage
μοίρα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: destino, fato, fortuna, lotto, parte, sorte, ventura, assegnazione, destinazione, meta, predestinazione
μοίρα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: formue, hell, lodd, lykke, øde, skjebne, loddseddel, lott, bestemmelse
μοίρα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: доля, судьба, участь, жребий, рок, удел, предназначение
μοίρα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: öde, lott, bestämmelse
μοίρα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fat
μοίρα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: доля, лес, лёс, частка, рок, лось
μοίρα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: osa, saatus, hirv, põder
μοίρα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arpa, elämänkohtalo, erä, kohtalo, omaisuus, onnetar, osa, rikkaus, sallimus, hirvi
μοίρα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dio, sudbina, odredište
μοίρα στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: likimas, briedis
μοίρα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acaso, caudal, centésima, destino, felicidade, fortuna, lote, parte, segmento, sina, sorte, ventura, alce, sino, surte
μοίρα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акція, виконайтеся, відсоток, вміст, вчинити, вчиняти, дивіденд, ділити, ділянка, дольовий, доля, ємність, задоволений, задоволення, зайнятися, зміст, зробити, квант, квартал, курс, лот, міра, норма, оцінити, оцінювати, пай, поділити, поділяти, потужність, пропорція, процент, процентний, робити, розглядати, розглянути, розміщення, розподіл, розцінка, ставка, ступінь, талан, тариф, фракція, ціна, частина, частка, чверть, швидкість, бескид, гойдати, гойдатися, коливати, коливатися, колисати, колихати, колихатися, порода, рок, скеля, стрімчак, удача, фатальність, щастя, лось, завдання, куди, передача, позначення, призначення
μοίρα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dola, los, przeznaczenie
μοίρα στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: osztályrész, végzet, jávorszarvas, zerge, célállomás, felajánlás
μοίρα στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: los
μοίρα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: osud
μοίρα στα σλοβακική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: предназначение
μοίρα στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

μοίρα μου έγινες, μοίρα ετυμολογία, μοίρα μαχητικών, μοίρα πόντοι, μοίρα γεραντωνάκη, μοίρα πεπρωμένο, μοίρα συναστρία, μοίρα με καταδίκασες, μοίρα αποφθέγματα, μοίρα αμφίβιων καταδρομών