lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μισθός

Λεξικό: αγγλικά μισθός
Μεταφράσεις: salary, stipend, wage, earnings, pay, cash, fee, guerdon, payment, remuneration, requital, retribution, wages
μισθός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důchod, mzda, odměna, příjem, služné, výplata, placení, platba, úhrada, zaplacení
μισθός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: belohnung, gehalt, lohn, bezahlung, abzahlung, entgelt, vergütung, zahl, zahlung
μισθός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gage, gase, løn, lønne, lønning, hyre, timeløn, belønning, betaling, gratiale, honorar, sold
μισθός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: gaje, paga, salario, sueldo, desembolso, pago, remuneración, retribución
μισθός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appointements, pension, revenu, salaire, traitement, paie, paye, paiement, payement, préachat, remboursement, rémunération, rétribution
μισθός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: salario, stipendio, paga, compenso, mercede, pagamento, retribuzione, ricompensa
μισθός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gasje, lønn, lønning, arbeidslønn, hyre, timelønn, belønning, betaling, betalning, dekning, gratiale, honorar, sold, vederlag
μισθός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жалованье, оклад, заработок, зарплата, плата, вознаграждение
μισθός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avlöning, lön, lönn, månadslön, betalning, dekning, sold
μισθός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrogë
μισθός στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: palk, tasumine
μισθός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: palkka, maksu, palkkio
μισθός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bér, fizetés, illetmény, munkadíj, fizetség, munkabér
μισθός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: alga, atlyginimas, užmokestis, įmoka
μισθός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ordenado, salário, paga, pagamento, pago, trimestre
μισθός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зарплата, винагорода, виплата, виплатити, виплачувати, відплата, заплатити, лаж, нагорода, оплата, оплачувати, першосортний, плата, платити, платіж, платіжний, платня, премія, розплата, сплата, сплатити, сплачувати
μισθός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pensja, płaca, zapłata
μισθός στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: plaća
μισθός στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: plača, plačati
μισθός στα σλοβενική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плата
μισθός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

μισθός υπαλλήλου γραφείου 2014, μισθός αντιδημάρχου, μισθός γενικού γραμματέα υπουργείου, μισθός μενεγάκη, μισθός βουλευτή, μισθός αστυνομικού, μισθός εεδιπ, μισθός καθηγητή πανεπιστημίου, μισθός 2014, μισθός τιμή και κέρδος