lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μισθοφόρος

Λεξικό: αγγλικά μισθοφόρος
Μεταφράσεις: freelance, hack«, hackney, hireling, mercenary, minuteman, hired, wage-earning, chargeable, due, paid, payable, stipendiary
μισθοφόρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: najatý, námezdní, žoldák, žoldnéř, námezdný, splatný
μισθοφόρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lohnarbeiter, tagelöhner, gedungen, gemietet, entgeltlich, fällig, gebührenpflichtig, zahlbar
μισθοφόρος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: jornalero, mercenario, pagadero
μισθοφόρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: mercenaire, stipendiaire, acquittable, échéant, payable, payant, remboursable, salarié
μισθοφόρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mercenario, pagabile, pagante
μισθοφόρος στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наемник, наёмник, наемный, наёмный, нанят, платный
μισθοφόρος στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: наемник
μισθοφόρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: palgasõdur
μισθοφόρος στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bérenc, napszámos, zsoldos
μισθοφόρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: samdinys
μισθοφόρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mercenário, pagado, retribuído
μισθοφόρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: najemnik, najemny, płatny
μισθοφόρος στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зарубка, корисливий, найманець, найманий, найомний, продажний, виплачуваний, платний, сплачений
μισθοφόρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: платны
μισθοφόρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maksettava
μισθοφόρος στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

μισθοφόρος ορισμός, μισθοφόρος στρατιώτης, ο μισθοφόρος, επάγγελμα μισθοφόρος