lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μηχανικός

Λεξικό: αγγλικά μηχανικός
Μεταφράσεις: engineer, engine, engine-driver, machinist, typist, mechanic, mechanist, repairman, technician
μηχανικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: inženýr, mechanik, strojník, strojvedoucí, strojvůdce, technik
μηχανικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ingenieur, technologe, maschinist, mechaniker, techniker
μηχανικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ingeniør, maskinist, tekniker, lokomotivfører, mekaniker, teknolog
μηχανικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ingeniero, maquinista, mecánico, técnico
μηχανικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ingénieur, machiniste, mécanicien, wattman, mécano, technicien
μηχανικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ingegnere, macchinista, meccanico, tecnico
μηχανικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ingeniør, maskinist, lokomotivfører, mekaniker, tekniker, teknolog
μηχανικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: инженер, машинист, механик
μηχανικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ingenjör, maskinist, mekaniker, tekniker, teknolog
μηχανικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: inxhinier
μηχανικός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: инженер, машинист
μηχανικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інжынер, машыніст
μηχανικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: insener, tehnik
μηχανικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: insinööri, koneenkäyttäjä
μηχανικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: inženjer, mehaničar, tehničar
μηχανικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mérnök, gépész, mozdonyvezető, szerelő, technikus
μηχανικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: inžinierius, mechanikas, technikas
μηχανικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: engenheiro, maquinista, mecânico, técnico
μηχανικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: inžinier, mechanik, technik
μηχανικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: інженер, інженере, водій, ділок, маніпулятор, машиніст, механік, слюсар, шофер
μηχανικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: inżynier, maszynista, mechanik, technik
μηχανικός στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mecanic
μηχανικός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

μηχανικός περιβάλλοντος εργασία, μηχανικός αυτοκινήτων, μηχανικός online, μηχανικός περιβάλλοντος, μηχανικός λογισμικού, μηχανικός υπολογιστών, τεχνικός ασφαλείας, μηχανικός εμπορικού ναυτικού, μηχανικός ορυκτών πόρων, μηχανικός δικτύων