lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μηχανή

Λεξικό: αγγλικά μηχανή
Μεταφράσεις: dispenser, engine, funnel, machine, motor, motorised, engine-driver
μηχανή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aparát, mašinérie, nástroj, stroj, motor, motorický
μηχανή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: maschine, motor
μηχανή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: maskine, maskineri, motor
μηχανή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ingenio, máquina, motor
μηχανή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: additionneuse, coupe-jambon, engin, imprimerie, imprimeuse, lave-vaisselle, machine, moteur, wattman, aéromoteur, moteur-fusée, motogodille, turboréacteur
μηχανή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: macchina, motore, motorizzazione
μηχανή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: maskin, maskineri, motor
μηχανή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: машина, станок, двигатель, мотор, моторный
μηχανή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: maskin, maskineri, motor
μηχανή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: makinë
μηχανή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: машина, двигател, мотор
μηχανή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: машына, праварына, станок, матор, рухавік
μηχανή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: masin, mootor
μηχανή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kone, moottori
μηχανή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gép, motor
μηχανή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aparatas, mašina, motoras, motorinis, variklis
μηχανή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: máquina, motor
μηχανή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stroj
μηχανή στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stroj, motor
μηχανή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автомобіль, апарат, вагон, верстат, двигун, екіпаж, завод, знаряддя, інструмент, кар, каркас, корпус, лава, лавка, лавочка, машина, механізм, перевезення, працює, прилад, рама, рушій, станок, мотор
μηχανή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: maszyna, motorowy, silnik, silnikowy
μηχανή στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: motor
μηχανή στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

μηχανή του χρόνου, μηχανή espresso, μηχανή αναζήτησης, μηχανή ποπ κορν, μηχανή ελληνικού καφέ, μηχανή κουρέματος, μηχανή turing, μηχανή εσωτερικής καύσης, μηχανή άμλετ, μηχανή βεκο