lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μητέρα

Λεξικό: αγγλικά μητέρα
Μεταφράσεις: array, homeland, matrix, mother, motherland, stencil, mater
μητέρα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: děloha, mateřský, matka
μητέρα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: matrix, mutter
μητέρα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: moder, mor, gudmor
μητέρα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: madre
μητέρα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: matrice, mère
μητέρα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: madre, stampo
μητέρα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mor, gudmor, moder
μητέρα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: матрица, мать, отчизна, матерь
μητέρα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ëmë, nënë
μητέρα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: майка
μητέρα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: матка, маці
μητέρα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ema
μητέρα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: äiti, emä, emo, matriisi
μητέρα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: majka, mati
μητέρα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mátrix, anya
μητέρα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: motina
μητέρα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ame, madre, mãe
μητέρα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mati
μητέρα στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: macierz, matka
μητέρα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: moder, mor
μητέρα στα σουηδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: matka
μητέρα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дама, жінка, леді, мати, матір, пані
μητέρα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

μητέρα τερέζα, μητέρα μεγαλόψυχη, μητέρα παίδων, μητέρα φάλαινα τυφλή, μητέρα μαιευτήριο, μητέρα κρήτης, μητέρα γη, μητέρα μυρτώς, μητέρα μεγαλόψυχη στίχοι, μητέρα μαιευτήριο τιμέσ