lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μετρώ

Λεξικό: αγγλικά μετρώ
Μεταφράσεις: calculate, compute, count, depend, matter, number, reckon, rely, score, aim, disgust, gauge, measure, sound, targeting, account, countenance, estimate, evaluate, tally, tot, cube, deduct, accounts, attention, believe, deem, heed, judge, mind, overlook, repute, think, watch, whereas, enumerate, list, numerate
μετρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kalkulovat, napočítat, odpočítat, počet, počítat, považovat, přepočet, součet, spočítat, účet, vyčíslit, výpočet, cejchovat, cílit, měřit, mířit, namířit, odhadnout, odměřit, vážit, vyměřit, změřit, hodnotit, konto, ocenit, odhadovat, propočítat, uvažovat, vykalkulovat, vypočítat, vypočítávat, zhodnotit, dedukovat, odčítat, odečíst, srazit, vyvodit, vyvozovat, ctít, hodlat, mínit, myslet, myslit, oceňovat, odhad, odsoudit, posoudit, posuzovat, pozorovat, přemýšlet, prohlédnout, prozkoumat, soudit, úcta, věřit, zamýšlet
μετρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: rechnen, zählen, bemessen, messen, ausgerechnet, ausrechnen, berechnen, errechnen, kalkulieren, abrechnen, abschlagen, abzählen, deduzieren, folgern, achten, ansehen, aufpassen, betrachten, denken, erachten, geachtet, glauben, meinen, schätzen, aufzählen
μετρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beregne, regne, måle, sigte, takt, kalkulere, konto, vurdere, anse, betrykte, dømme, esse, lala, mene, synes, tænke, teske, tro
μετρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: computar, confiar, contar, numerar, apuntar, medir, probarse, calcular, suputar, deducir, descontar, atender, conceptuar, considerar, creer, cuidar, estimar, pensar, detallar, enumerar
μετρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compter, escompter, nombrer, tabler, arpenter, braquer, jauger, mensurer, mesurer, mirer, piger, toiser, viser, calculer, computer, dénombrer, évaluer, supputer, décompter, déduire, considérer, croire, estime, estimer, juger, penser, réputer, articuler, détailler, énumérer
μετρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calcolare, contare, mirare, misurare, puntare, computare, conto, valutare, dedurre, detrarre, considerare, credere, giudicare, opinare, pensare, reputare, ritenere, stimare, elencare, numerare
μετρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pårekna, regne, telle, måle, peile, sikte, takt, beregne, kalkulere, konto, vurdere, akta, anse, anta, betrakta, betrakte, dømme, ense, laga, mene, synes, tenke, tro
μετρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: исчислять, насчитывать, считать, числить, измерять, мерить, высчитывать, вычислять, подсчитывать, рассчитывать, учитывать, высчитать, исчислить, подсчитать, рассчитать, сосчитать, учесть, вычитать, отсчитывать, думать, полагать, перечислять
μετρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: påräkna, räkna, mäta, takt, beräkna, värdering, akta, anse, anta, beakta, betrakta, finna, laga, synes, tycka, uppskatta
μετρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskea, mitata, mittailla, tähdätä, päätellä, ajatella, arvella, luulla, pitää, luetella
μετρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: számlálás, számlálni, számolni, felpróbál, mér, beszámolás, figyel, vigyázni
μετρώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calcular, computar, confiar, contar, numerar, orçar, balizar, medir, deduzir, ornear, achar, acreditar, atender, considerar, crer, estimar, pensar, detalhar, enumerar
μετρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: liczyć, mierzyć, obliczać, obliczyć, odliczać, rachować, uważać, wyliczać
μετρώ στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмерваць, абмяраць, вымерваць, вымяраць, мераць, вылічаць, вылічваць, падлічваць, пералічаць
μετρώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mõõtma, mõtlema
μετρώ στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mjeriti
μετρώ στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būti, galvoti
μετρώ στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вимірювати, виміряти, міряти, набирати, набрати, циферблат, шкала, вираховувати, вирахувати, гадати, добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, казати, наказати, наказувати, обчислити, обчислювати, обчисляти, оповідати, передати, підраховувати, підрахувати, підрахуйте, полічити, прибавити, прибавляти, рахувати, розказати, розказувати, розпізнавати, розпізнати, розповідати, розповісти, розраховувати, розрахувати, скажіть, декламувати, декламуйте, перелічувати, перераховувати, перерахування, повторіть, резюмувати, репетирувати
μετρώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: calcula, evalua, socoti
μετρώ στα ρουμανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mendoj
μετρώ στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

μετρώ και εκφράζω το μήκος, μετρώ τα κύματα, μετράω τον χρόνο που πέρασε, μετρώ το μήκος, μετρώ και λογαριάζω βάρη, μετρώ την επιφάνεια βρίσκω το εμβαδόν, μετρώ το βάρος, μετρώ το βάρος δ δημοτικού