lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μετριόφρων

Λεξικό: αγγλικά μετριόφρων
Μεταφράσεις: decent, decorous, modest, moral, coy, humble, humbler, lowly, orderly, retiring, sparer, unassertive, unassuming, unobtrusive, unostentatious, unpretentious
μετριόφρων στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: morální, mravní, skromný, cudný, decentní, nesmělý, nízký, opatrný, ostýchavý, plachý, pokorný, prostý, slušný, stydlivý, zdrženlivý
μετριόφρων στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anspruchslos, bescheiden, klein, moralisch, sittlich, sittsam, demütig, genügsam, keusch, knapp, schlicht, schüchtern, simpel
μετριόφρων στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskeden, moral, enkel, jævn, låg, ringe
μετριόφρων στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: decente, decoroso, modesto, pequeño, comedido, frugal, honesto, humilde, llano, módico, púdico, sencillo, tímido
μετριόφρων στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: modeste, moral, chaste, décent, effacé, frugal, humble, modique, pudique, sage, sobre, timide
μετριόφρων στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: modesto, morale, umile, modico, pudico, timido
μετριόφρων στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anstendig, beskjeden, moral, tekkelig, blyg, enkel, jevn, låg, nøysom, ringa, ringe, sjenert
μετριόφρων στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благонравный, моральный, ничтожный, нравственный, скромный, застенчивый, незначительный, скромен
μετριόφρων στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: духоўны, маральны, скромны, сціплы
μετριόφρων στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: häveliäs, moraalinen, vaatimaton, alamainen, nöyrä, ujo
μετριόφρων στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moral, skroman, čedan
μετριόφρων στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: erkölcsi, igénytelen, szemérmes, szerény
μετριόφρων στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: decente, decoroso, modesto, moral, pequeno, recatado, virtuoso, discreto, humilde, ignoto, módico, parco, tímido
μετριόφρων στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: здоровий, моральний, скромний, цілющий, чесний, відвертий, домашній, звичайний, зрозумілий, могила, невибагливий, невигадливий, невимогливий, некрасивий, однокольоровий, очевидний, ощадливий, поважний, покірний, порядний, пристойний, простий, прямий, рівний, рівнина, серйозний, соромливий, стриманий, сумний, ясний
μετριόφρων στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obyczajny, skromny
μετριόφρων στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anspråkslös, beskeden, blygsam, enkel, låg, oansenlig, ringa
μετριόφρων στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: alandlik
μετριόφρων στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

μετριόφρων ετυμολογία, μετριόφρων συνώνυμα, μετριόφρων λεξικό, μετριόφρων αντίθετο, μετριόφρων κλιση, μετριόφρων το αντιθετο, μετριόφρων σημασια, μετριόφρων στα αγγλικα, μετριόφρων συνώνυμο, μετριόφρων english