lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μεταφράζω

Λεξικό: αγγλικά μεταφράζω
Μεταφράσεις: retell, translate, alibi, anglicize, assemble, construe, explain, expound, interpret, justify, plead, turn
μεταφράζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: překládat, přeložit, tlumočit, interpretovat, omlouvat, omluva, omluvit, přetlumočit, vykládat, vyložit, výmluva, vysvětlit, vysvětlovat
μεταφράζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: übersetzen, übertragen, aufklären, dolmetschen, erklären, erläutern, interpretieren, verdolmetschen, vorschützen, zurückführen
μεταφράζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fortolke, oversætte, forklare, oversatte, tolke, tyde
μεταφράζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: traducir, verter, delinear, esclarecer, excusar, explicar, exponer, interpretar
μεταφράζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: traduire, excuse, excuser, expliquer, interpréter, translater
μεταφράζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: tradurre, interpretare, scusa, spiegare
μεταφράζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fortolke, oversette, tolka, tolke, tyde
μεταφράζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: переводить, объяснять, растолковывать
μεταφράζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tolka, översätta
μεταφράζω στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: превеждам
μεταφράζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: перевадзiць, пераводзіць
μεταφράζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõlkima, seletama
μεταφράζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kääntää, puolustaa, selittää, tulkita
μεταφράζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: traduzir, verter, entender, esclarecer, explicar, interpretar
μεταφράζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: перекласти, встановити, здати, зменшити, зменшувати, інтерпретувати, інтерпретуйте, класти, налетіти, наліт, налітати, переказ, переказувати, перекладати, перекладіться, перераховувати, перерахування, покладати, покласти, поміщений, понижати, понизити, поставити, притулити, притуляти, проставити, розтлумачити, складати, скласти, скоротити, скорочувати, ставити, тлумачити
μεταφράζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przetłumaczyć, tłumaczyć
μεταφράζω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: objasniti
μεταφράζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alibi, fordít, fordítani, kimagyaráz, máshollét, tolmácsolni
μεταφράζω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pojasniti
μεταφράζω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

μεταφέρω συνώνυμα, μεταφράζω μετέφρασα