lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μεσίτης

Λεξικό: αγγλικά μεσίτης
Μεταφράσεις: broker, dealer, jobber, scrivener, stockbroker, agent, bookmaker, factor, go-between, intermediary, mediator, middleman, salesman, substitute
μεσίτης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dohazovač, dohodce, makléř, agens, činidlo, činitel, faktor, jednatel, prostředek, prostředník, vyjednavač, zástupce, zprostředkovatel, zprostředkovatelka, zprostředkující
μεσίτης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: effektenmakler, makler, vermittler
μεσίτης στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corredor, abogado, acomodador, conducto, interino, intermediario, mediador, tercero
μεσίτης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: courtier, agent, drogman, entremetteur, intermédiaire, maquignon, médiateur, négociateur, par, placeur
μεσίτης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sensale, agente, intermediario, mediatore, paciere, tramite
μεσίτης στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: маклер, посредник
μεσίτης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mäklare, agent, förmedlare, ombud
μεσίτης στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: маклер, пасрэднік
μεσίτης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkusz, közbenjáró, közvetítő
μεσίτης στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corredor, corretor, comovedor, interino, intermediário, mediador
μεσίτης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: maklér
μεσίτης στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брокер, комісіонер, маклер, спекулянт, агент, агентський, арбітр, дилер, дилерський, засіб, заступник, негоціант, посередник, посередництво, представник, проміжний, фактор, чинник
μεσίτης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: makler, pośrednik
μεσίτης στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agent, formidler, ombud, repræsentant
μεσίτης στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: agent, formidler, mekler, mellommann, ombud
μεσίτης στα νορβηγικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërmjetës
μεσίτης στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: посредник
μεσίτης στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

μεσίτης ακινήτων, μεσίτης αστικών συμβάσεων, μεσίτης εξαγωγών, μεσίτης ασφαλίσεων, μεσίτης θεσσαλονίκη, μεσίτης στα αγγλικά, μεσίτης εμπορική ιδιότητα, μεσίτης αμοιβή, μεσίτης ασφαλιστικών συμβάσεων, μεσίτης πιστώσεων