lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μερίδιο

Λεξικό: αγγλικά μερίδιο
Μεταφράσεις: bye-bye, cheerio, cult, esteem, hallo, hello, hi, honour, reverence, veneration, worship, bit, component, constituent, dole, element, faction, fitting, fraction, fragment, lot, part, particularity, piece, portion, proportion, section, share, slice, sunder, unit, woodwork, batch, burst, fill, helping, measure, pint, ration, character, farmland, role, significant, spot, appearance, contribution, hand, input, interest, participation, quota, rake-off, snack, stake
μερίδιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ahoj, čest, kult, nazdar, pocta, sláva, uctívání, část, díl, dílec, element, frakce, hra, jednotka, kapitola, kolečko, kousek, krajíc, kus, los, osud, parcela, plátek, podíl, položka, porce, pozemek, příděl, prvek, řez, řízek, složka, součást, součástka, účast, úděl, úlomek, útržek, živel, zlomek, místo, role, úloha, podílnictví, přínos, přispění, přispívání, strana, vklad
μερίδιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ehre, ehrfurcht, ehrung, abschnitt, abteilung, anteil, bestandteil, bruchteil, einzelteil, element, partie, rolle, schnitte, stück, teigwaren, teil, portion, ration, tracht, acker, ackerland, scholle, beistrich, beteiligung, teilhaber, teilnahme
μερίδιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: æra, ære, andel, glorie, hæder, heder, heri, honnør, bit, del, detalje, element, midte, part, rolle, stykke, mark, bidrag, deling, division, lotto
μερίδιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chao, culto, decoro, hola, homenaje, honor, honra, componente, elemento, loncha, lote, papel, parte, partícula, pieza, porción, ración, sección, segmento, tajada, etapa, porqué, personaje, aportación, aportar, contribución, cuota, escote, participación
μερίδιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astrolâtrie, culte, gloire, honneur, salut, zoolâtrie, avant-corps, chapitre, coupon, élément, fade, fraction, lot, parquet, part, partie, pièce, portion, ration, tranche, pitance, pressée, champ, emploi, glèbe, ingénuité, rôle, terre, terroir, apanage, apport, concours, cotisation, dévolu, écot, fait, partage, participation, quotité
μερίδιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ciao, culto, decoro, onore, elemento, fato, fetta, frazione, lotto, parte, pezza, pezzo, porzione, quota, taglio, tratto, razione, funzione, impiego, interpretazione, ruolo, ufficio, contributo, divisione, partecipazione
μερίδιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: æra, ære, ærefrykt, andel, glorie, heder, hei, honnør, vørdnad, aksje, bit, brudd, del, detalj, lott, midte, part, porsjon, rolle, stykke, utsnitt, rasjon, åker, mark, bidrag, delaktighet, deltakelse, innlegg
μερίδιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: здорово, пока, почет, почёт, привет, честь, доля, кусок, ломтик, отдел, порция, роль, часть, пашня, касательство, участие
μερίδιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: andel, ära, dyrkan, heder, honnör, vördnad, bit, del, detalj, lott, part, utsnitt, porsjon, portion, åker, mark, insats
μερίδιο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: nder, copë, element, pjesë
μερίδιο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: порция, участие
μερίδιο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прывітанне, доля, лес, частка, порцыя, роля
μερίδιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: au, austama, osa, roll
μερίδιο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kunnia, maine, aines, alkuaine, annos, arpa, erä, kappale, kohtalo, määrä, osa, osuus, pala, puoli, shakkinappula, rooli, osallisuus, panos
μερίδιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čast, dio, komad, uloga
μερίδιο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kultusz, szervusz, szia, tisztelet, darab, gerezd, rész, részleg, törtszám, adag, funkció, szántóföld, hányad, osztályrész, részesedés, részesség, részvét, részvétel
μερίδιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garbė, labas, sveikas, sveiki, dalis, davinys, porcija, vaidmuo
μερίδιο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: culto, decoro, honor, honra, bocado, centésima, componente, elemento, lancha, lote, meio, naco, papel, parcela, parte, pedaço, quinhão, raciona, segmento, cata, etapa, serra, terra
μερίδιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bucată, parte, porţie, raţie
μερίδιο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: del
μερίδιο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: časť
μερίδιο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: алло, гордість, привіт, виконайтеся, відділ, відділення, відсоток, вміст, внесок, вчинити, вчиняти, двійник, дивіденд, дивізія, ділення, ділити, ділянка, дольовий, доля, дублікат, ємність, задоволений, задоволення, зайнятися, зміст, зробити, квант, квартал, колега, курс, кусок, лот, міра, норма, оцінити, оцінювати, пай, поділ, поділити, поділяти, подоба, половина, потужність, пропорція, протилежність, процент, процентний, робити, розглядати, розглянути, розділ, розміщення, розподіл, розцінка, сектор, ставка, ступінь, тариф, фракція, ціна, частина, частину, частка, частку, чверть, годуватися, допомога, живлення, іти, їздити, їхати, йти, нагодувати, обслуговування, підіть, піти, подітися, поїхати, порції, порція, проходити, харчувати, харчуйтеся, ходити, швидкість, акція, земля, роль, втягування, концерн, партнерство, підтримка, співробітництво, товариство, участь
μερίδιο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cześć, porcja, rola, udział
μερίδιο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μερίδιο αγοράς, μερίδιο αγοράς κινητής τηλεφωνίας 2013, μερίδιο αγοράς ελπε, μερίδιο αγοράς κινητής τηλεφωνίας 2012, μερίδιο αγοράς super market, μερίδιο αγοράς ασφαλιστικών εταιρειών, μερίδιο των αγγέλων, μερίδιο αγοράς σταθερής τηλεφωνίας, μερίδιο αγοράς κινητής τηλεφωνίας 2011, μερίδιο αγοράς κινητής τηλεφωνίας