lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μελέτη

Λεξικό: αγγλικά μελέτη
Μεταφράσεις: analysis, assay, check-up, enquiry, exam, examination, exploration, inquest, inquiry, inquisition, investigation, research, scrutiny, searching, study, trial, vetting, edification, education, instruction, learning, scholarship, schooling, science, teaching, tuition
μελέτη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: anketa, bádání, hledání, kontrola, ohledání, ověření, pátrání, pokus, prohlídka, průzkum, rozbor, šetření, studie, studium, studovna, učení, vyhledávání, vyšetření, vyšetřování, výslech, vyzkoušení, výzkum, zkoumání, zkouška, doktrína, nauka, poučení, školení, školství, učebna, učitelství, věda, vědomost, vyučování, výuka
μελέτη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erhebung, examen, forschung, probe, prüfung, studie, studium, suche, untersuchung, versuch, ausbildung, bildung, disziplin, erziehung, kunde, lehre, pädagogik, schule, unterredung, unterricht, unterrichtswesen, weisung, wissenschaft, wissenserwerb
μελέτη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: eksamen, forhør, forskning, forsøg, granskning, prøve, prøvning, studie, undersøgelse, disciplin, lærdom, lære, læring, studium, uddannelse, undervisning, videnskab
μελέτη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encuesta, ensayo, escrutinio, examen, exploración, indagación, interrogatorio, investigación, juicio, observación, prueba, reconocimiento, aprendizaje, ciencia, doctrina, educación, enseñanza, estudio, instrucción, sabiduría
μελέτη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enquête, essai, étude, examen, expertise, exploration, interrogatoire, investigation, observation, recherche, sondage, test, vérification, visite, agrologie, anthropologie, classe, discipline, doctrine, enseignement, hippologie, idéologie, indianisme, ophiologie, osmologie, otologie, prescience, prône, rhinologie, science, tératologie, uranographie
μελέτη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: analisi, assaggio, collaudo, esame, esperimento, esplorazione, inchiesta, indagine, investigazione, prova, ricerca, richiesta, saggio, studio, visita, apprendimento, disciplina, insegnamento, scienza
μελέτη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: eksamen, etterforskning, forhør, forskning, forsøk, gransking, granskning, legeundersøkelse, prøve, prøvning, studie, undersøkelse, utredning, disiplin, læra, lærdom, lære, studium, undervisning, utdanning, vitenskap
μελέτη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изучение, испытание, исследование, освидетельствование, пробный, экзамен, дисциплина, наука, обучение, учеба, учёба, учение, ученичество, эскиз
μελέτη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: efterforskning, forskning, granskning, prövning, recherch, utredning, lära, lärdom, studium, vetenskap, studie
μελέτη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjurmim, shkencë
μελέτη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: изследване, наука, образование, обучение, учение
μελέτη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eksam, uurimine, uuring, teadus
μελέτη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harjoitelma, katsastus, koe, kysely, tarkastelu, tiedustelu, tutkimus, tutkinta, opetus, oppi, oppiminen
μελέτη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ispit, istraživanje
μελέτη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kutatás, tanulás, tanulmányozás, vizsgálás, vizsgálat, oktatás, tudomány
μελέτη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: analizė, egzaminas, disciplina, edukologija, mokslas, mokymasis
μελέτη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: análise, encesta, esforço, exame, experiência, inquérito, investigação, pesquisa, proba, prova, sindicância, teste, alfabetizarias, ciência, educação, instrução, esboço, estúdio
μελέτη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: birou
μελέτη στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: badanie, nauka, studium
μελέτη στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абучэнне, навука, навучанне
μελέτη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: šolanje
μελέτη στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вказівка, вправність, інструкція, майстерність, навчання, наказ, наука, опікунство, освіта, перевиховання, підготовка, приготування, розпорядження, спритність, стажування, уміння, шкільний, школа, ескіз
μελέτη στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

μελέτη περίπτωσης, μελέτη σκοπιμότητας, μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μελέτη περιβάλλοντος β δημοτικού, μελέτη περιβάλλοντος δ δημοτικού, μελέτη περιβάλλοντος γ δημοτικού, μελέτη περιβάλλοντος, μελέτη ελεονώρα, μελέτη περιβάλλοντος α δημοτικού, μελέτη επικινδυνότητας