lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μειοψηφία

Λεξικό: αγγλικά μειοψηφία
Μεταφράσεις: lesser, minority, tinier, infancy
μειοψηφία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: menšina, minorita, nezletilost, neplnoletost
μειοψηφία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: minderheit, minderjährigkeit, minorität
μειοψηφία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: minoritet
μειοψηφία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: minoría
μειοψηφία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: minorité
μειοψηφία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: minoranza, minorità
μειοψηφία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fåtall, mindretall, minoritet
μειοψηφία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: меньшинство, несовершеннолетие
μειοψηφία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mindretal, minoritet
μειοψηφία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: малцинство
μειοψηφία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: меншасць
μειοψηφία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vähemus
μειοψηφία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alaikäisyys
μειοψηφία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kisebbség
μειοψηφία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mažuma
μειοψηφία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: menoridade
μειοψηφία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: меншина, меншину, меншість
μειοψηφία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mniejszość, niepełnoletność
μειοψηφία στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μειοψηφία ορισμός, μαχόμενη μειοψηφία, καταστατική μειοψηφία, αναστέλλουσα μειοψηφία